Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Λίγες και μία σκέψεις για το νέο μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού

Αποτέλεσμα εικόνας για λιγες και μια νυχτες
Απ’ όλες τις πόλεις της Ελλάδας, εκείνη που έχει την πιο ενδιαφέρουσα, την πιο περιπετειώδη, την πιο τραγική, την πιο «μυθιστορηματική» εξέλιξη και ιστορία μέσα στον εικοστό αιώνα είναι αναμφίβολα η Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη υπήρξε ακμάζουσα πολυπολιτισμική πολιτεία στην οθωμανική αυτοκρατορία· ήταν το επιστέγασμα των ελληνικών κατακτήσεων στους Βαλκανικούς πολέμους· αποτέλεσε την έδρα του κινήματος των Νεοτούρκων, της κυβέρνησης Εθνικής Άμυνας στον Εθνικό Διχασμό, αλλά και του συμμαχικού στρατού στο Μακεδονικό Μέτωπο κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο· έγινε βορά της μεγάλης πυρκαγιάς που κατέστρεψε το μεγαλύτερό της τμήμα το 1917· αναγεννήθηκε· έγινε προσφυγομάνα στην καταστροφή του ’22· έχασε σταδιακά τις βασικές, πλην της ελληνικής, κοινότητές της, τη βουλγαρική, την οθωμανική, την εβραϊκή· συνταράχθηκε από σκοτεινές πολιτικές δολοφονίες· βίωσε με τρόπο φοβικό την μετεμφυλιακή περίοδο, ούσα πλησίον του από βορρά κινδύνου, αλλά και με τρόπο ενοχικό το πρόσφατο παρελθόν της και τη βίαιη αλλοίωση του πληθυσμού της, ενός πληθυσμού που συνεχώς αλλάζει, όπως συνέβη με την υποδοχή χιλιάδων μεταναστών από τις πρώην σοβιετικές χώρες κατά την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα. Για χρόνια η πόλη εθελοτυφλούσε αποσιωπώντας την ιστορία της, επιδιδόμενη σε μια στείρα και μίζερη αντίληψη ηττοπαθούς και συμπλεγματικού ανταγωνισμού με την Αθήνα. Μόλις τα τελευταία χρόνια η πόλη, σε ποικίλα επίπεδα (πολιτικό, κοινωνικό, επιστημονικό και ερευνητικό, λογοτεχνικό κ.ά.), δείχνει να αλλάζει διάθεση και να αναμετράται με την πρόσφατη ιστορία της, να συναντά, δηλαδή, τον εαυτό της.
Μια σημαντική τάση της λογοτεχνίας της Θεσσαλονίκης των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα είναι η στροφή προς μια αναδίφηση πτυχών της ζωής της πόλης τον εικοστό αιώνα (π.χ. Σοφία Νικολαΐδου, Θωμάς Κοροβίνης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Βασίλης Τσιράκης κ.ά. ), μέσα από μυθιστορήματα όπου η μυθοπλασία συναντά την Ιστορία, όπου παράλληλα με την όποια μικροϊστορία των μυθιστορηματικών ηρώων παρακολουθούμε, ως αναγνώστες, να εξελίσσεται η κύρια Ιστορία. Ο Ισίδωρος Ζουργός, καταξιωμένος από αναγνωστικό κοινό και κριτικούς Θεσσαλονικιός συγγραφέας, τοποθετεί, σε όλα του σχεδόν τα έργα, τους ήρωές του αντιμέτωπους με την Ιστορία σε ένα χωρικό πλαίσιο όπου είναι πάντοτε παρούσα και η πόλη της Θεσσαλονίκης. Το νέο του μυθιστόρημα, το Λίγες και μια νύχτες, είναι ένα μυθιστόρημα με βασικό χωρικό άξονα τη Θεσσαλονίκη του 20ου αιώνα και διατρέχει σχεδόν ολόκληρο τον αιώνα.
Η ιστορία του έργου ξεκινά τον Απρίλη του 1909 όταν ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ φτάνει στην πόλη εξόριστος από τους Νεότουρκους που τον είχαν καθαιρέσει. Κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο Λευτέρης Ζεύγος, γιος ενός κηπουρού, που παιδί τότε βοηθούσε τον πατέρα του ενώ δούλευε ταυτόχρονα ως εφημεριδοπώλης. Την ίδια εποχή στη βίλα Αλλατίνι όπου κρατείται ο εξόριστος σουλτάνος ο Λευτέρης γνωρίζει το συναίσθημα του έρωτα στο πρόσωπο της νεαρής Μιρζά, κόρης του Αλπερέν Μπέη, ενός ντονμέ, εβραίου δηλαδή που έγινε μουσουλμάνος. Για λίγες νύχτες εκείνον το χρόνο, ο σουλτάνος, αντιστρέφοντας τους ρόλους από το Χίλιες και μια νύχτες, αφηγείται ιστορίες από τη ζωή του στη Μίρζα και κάθε βράδυ ο Λευτέρης τις κρυφακούει, κάνοντας όνειρα για τη ζωή του. Τη ζωή του Λευτέρη σε διάφορα χρονικά επίπεδα παρακολουθούμε στη συνέχεια του βιβλίου, τις μετακινήσεις του, τις περιπλανήσεις του, τις περιπέτειές του καθώς και τον διαρκή έρωτά του για τη Μίρζα: νεαρός στη Θεσσαλονίκη μπλεγμένος σε υποθέσεις του υποκόσμου αλλά και βοηθός του χρηματιστή Αλπερέν μπέη· στρατιώτης στην ουκρανική εκστρατεία μαζί με το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα συμμετέχοντας στον ρωσικό εμφύλιο·  φυγόστρατος στο Παρίσι με γαλλικό όνομα (Ευγένιος Ζιρντό) να προσπαθεί να πραγματοποιήσει το όνειρό του, να ανέλθει δηλαδή οικονομικά και ταξικά· κατάσκοπος στον Πειραιά στις υπηρεσίες του εμπόρου όπλων Μπαζίλ Ζαχάρωφ· (λαθρ)έμπορος στη Μασσαλία· επίδοξος λαθρέμπορος διαμαντιών στην Αμβέρσα· ευυπόληπτος διευθυντής κλωστοϋφαντουργίας στη Θεσσαλονίκη και εργολάβος οικοδομών στη συνέχεια.
Η αφήγηση όμως της ιστορίας του Λευτέρη/Ευγένιου και της Μίρζα διακόπτεται περιοδικά από της εξιστόρηση των γεγονότων μίας νύχτας του Ιουνίου του 1979, όπου τοποθετείται και το τέλος της ιστορίας. Στη διάρκεια της νύχτας αυτής ο Ορέστης, ένας νεαρός συγγραφέας, διαβάζει στον ηλικιωμένο πλέον Λευτέρη/Ευγένιο το μυθιστόρημα που έγραψε κατόπιν δικής του παραγγελίας με θέμα τη ζωή του. Το βιβλίο δηλαδή που ξεκινά με την εξιστόρηση των όσων διαδραματίστηκαν τον Απρίλιο του 1909 δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μια εγκιβωτισμένη αφήγηση στο πλαίσιο της συνεργασίας του συγγραφέα Ορέστη και του «πραγματικού» Λευτέρη/Ευγένιου τον Ιούνιο του 1979. Μέσα στο μυθιστορηματικό σύμπαν του βιβλίου επομένως διακρίνονται δύο επίπεδα: αυτό της μυθιστορηματικής αποτύπωσης του βίου του ήρωα στο βιβλίο που συνέγραψε ο Ορέστης και αυτό της «πραγματικής» ζωής, των πραγματικών γεγονότων του βίου του ήρωα. Με το εύρημα αυτό, ο αναγνώστης του βιβλίου έχει την (ψευδ)αίσθηση πως διαβάζει το βιβλίο με τα γεγονότα της ζωής του Λευτέρη/Ευγένιου ταυτόχρονα με τον ίδιο τον ήρωα, ενώ παράλληλα παρακολουθεί τις αντιδράσεις και τα σχόλιά του. Ταυτόχρονα παρακολουθεί την αγωνία του συγγραφέα για τον τρόπο πρόσληψης του βιβλίου του από τον πρώτο ακροατή του, καθώς είναι εκείνος που τελικά θα επιβεβαιώσει την αλήθεια των όσων αναγράφονται σε αυτό. Με το εύρημα αυτό ο Ζουργός ουσιαστικά συζητά το ζήτημα της σχέσης ζωής και τέχνης, το πρόβλημα της αποτύπωσης του πραγματικού κόσμου στον μυθιστορηματικό.
Στην ενίσχυση του μυθοπλαστικού, του παραμυθικού στοιχείου του έργου συμβάλει και η εμφάνιση στην ιστορία του μυθιστορήματος, ως δρώντων προσώπων, μυθιστορηματικών προσώπων από άλλα λογοτεχνικά έργα, όπως αυτό του Γιούγκερμαν, ο οποίος κατέχει ένα εξόχως κομβικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Στην ενίσχυση της ψευδαίσθησης πως τα όσα διαδραματίζονται τη μία νύχτα του Ιουνίου του 1979 αποτελούν την πραγματικότητα συμβάλουν οι ενστάσεις του γερασμένου πια Λευτέρη/Ευγένιου για την εμφάνιση του μυθοπλαστικού Γιούγκερμαν στο μυθιστόρημα της ζωής του και η αναφορά του στον τηλεοπτικό Γιούγκερμαν που εκείνη την εποχή ως σήριαλ είχε καθηλώσει τους τηλεθεατές στους δέκτες τους, ενσαρκωμένος από τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Το εύρημα της εμφάνισης του καραγατσικού ήρωα στο βιβλίο είναι ιδιαιτέρως επιτυχημένο και λειτουργικό. Άλλωστε ο ήρωας του Ζουργού, όπως και ο ήρωας του Καραγάτση, δεν είναι μονοδιάστατος, συνυπάρχουν σε αυτούς το καλό και το κακό, και διαθέτουν πολλά κοινά σημεία όπως η περιπετειώδης κοινωνική και οικονομική ανέλιξη, οι σχέσεις με τον υπόκοσμο, η σκληρότητα και ο κυνισμός, η αναζήτηση της αγάπης στο πρόσωπο μίας εκλεκτής αγαπημένης, η κατανόηση της ματαιότητας στην επιδίωξη κατάκτησης οικονομικής και κοινωνικής δύναμης.
Το πλούσιο πλέγμα διακειμενικών αναφορών που διαπερνούν το βιβλίο, οι σύνθετες αφηγηματικές τεχνικές που αξιοποιούνται από τον συγγραφέα (συγκριτικά τουλάχιστον με τα προηγούμενα έργα του Ζουργού, τη εξαιρέσει ίσως των Αποσπασμάτων από το βιβλίο του ωκεανού), η συλλειτουργία μυθοπλαστικών στοιχείων και ιστορικών ντοκουμέντων, ο πλούσιος σε περιπέτειες και μεταβολές βίος του κεντρικού ήρωα κ.ά., καθιστούν το νέο βιβλίο του Ζουργού, ειδικά για τους αναγνώστες εκείνους που δεν γνωρίζουν την προηγούμενή του δουλειά, ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ανάγνωσμα που λειτουργεί σε πολλά επίπεδα και κερδίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, προκαλώντας του συνάμα στιγμές γνήσιας αναγνωστικής απόλαυσης.
Παρά όμως τον φιλόδοξο σχεδιασμό του, και την αδιαμφισβήτητη τεχνική του μαεστρία, αίσθησή μου είναι πως το βιβλίο δεν διαθέτει την σαγήνη εκείνη που διέθεταν κάποια από τα προηγούμενά του βιβλία (όπως οι Σκηνές από το βίο του Ματίας Αλμοσίνο), δεν εκπέμπει τη συγκίνηση εκείνη που αβίαστα προκαλούσαν κάποια άλλα (όπως το Στη σκιά της πεταλούδας). Ίσως γιατί ο ήρωάς του δεν διαθέτει τη γοητεία και δεν κερδίζει τη συμπάθεια που χαρακτήριζαν τόσο άλλους δικούς του ήρωες όσο και το λογοτεχνικό του πρότυπο (εννοώ τον Γιούγκερμαν), ίσως γιατί ο έρωτας των δύο ηρώων δεν τεκμηριώνεται και δεν δικαιολογείται επαρκώς στο πρώτο μέρος του βιβλίου, φαντάζει κάπως προσχηματικός, ίσως γιατί ο Ζουργός δείχνει κάποιες στιγμές να επαναλαμβάνει τον εαυτό του παρουσιάζοντας τις περιπλανήσεις και τις μεταβολές της ζωής του βασικού του ήρωα, σκηνές, δηλαδή, από τον βίο του Λευτέρη Ζευγού.
Γνώμη μου είναι πως ο Ζουργός με το νέο του βιβλίο επιχείρησε, εκτός των άλλων, παράλληλα με την ιστορία του βασικού του ήρωα, ή μάλλον μέσω αυτής, να παρουσιάσει την ιστορία της Θεσσαλονίκης, να συνθέσει το μυθιστόρημα της πόλης κατά τον εικοστό αιώνα (δεν είναι τυχαίο ότι για τις άλλες πόλεις όπου μεταφέρεται η δράση, Μασσαλία, Αμβέρσα, Πειραιάς, δεν δίνονται παρά ελάχιστες ιστορικές ή τοπωνυμικές πληροφορίες· αντίθετα για τη Θεσσαλονίκη και ειδικά για τη Λεωφόρο των Εξοχών, το δρόμο σύμβολο δηλαδή της ευπορίας της πόλης, έχουμε πληθώρα πληροφοριών και περιγραφών). Εάν αυτός είναι ένας από τους βασικούς στόχους του Ζουργού, θεωρώ πως, σε ένα μεγάλο βαθμό,  τον κατορθώνει. Δύσκολο το εγχείρημα και αρκετά φιλόδοξο· λεπτές οι ισορροπίες και σύνθετες οι αφηγηματικές τεχνικές που απαιτούνται· χρειάζεται μαεστρία, γνώση και δεξιότητες, χρειάζεται ταλέντο. Ο Ζουργός αδιαμφισβήτητα διαθέτει τα παραπάνω και τα αποδεικνύει και σε αυτό το βιβλίο του. Όμως κάποιες φορές η Ιστορία δείχνει να κερδίζει τη μυθοπλασία, η ένταξη των ιστορικών πληροφοριών να γίνεται εις βάρος του μυθιστορήματος (π.χ. στην ένταξη των τίτλων των εφημερίδων της εποχής στον μυθοπλαστικό καμβά ή στην εξιστόρηση των όσων συνέβησαν κατά τα αφηγηματικά κενά μέσα από μακροσκελείς επιστολές ή διαλόγους που φαντάζουν σχετικά αφύσικοι), με άλλα λόγια η ιστορία της πόλης φαίνεται να γοητεύει τον Ζουργό περισσότερο από την ιστορία των ηρώων του.

του Χρήστου Δανιήλ.