Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Ομάδα Απίστων "Οι αντιχριστιανοί"


Έφτιαξαν κάποιοι ομάδα στο facebook με τίτλο "Οι Άπιστοι".
Κάθε κατακαημένος ή δήθεν, ενδύεται τον μανδύα του καλλιτέχνη και του προβληματισμένου και πάει από μπαρούφα σε μπαρούφα...

Τα ίδια και τα ίδια...
"Το παραμύθι του Χριστού", "τα παραμύθια του χριστιανισμού", "η καταπάτηση της ελευθερίας μας από τους κληρικούς και τα θρησκευτικά", "ο ανθελληνισμός των χριστιανών" και τρία αυγά Τουρκίας.
Αδερφικός μου φίλος ενεπλάκη στο διάλογο και χάθηκε μέσα στον ορυμαγδό των φοβερών επιχειρημάτων της ομάδας αυτής... Κάθισα και έγραψα τις επόμενες σκέψεις, έστω για παραμυθία κάθε ευαίσθητου ανθρώπου που επιμένει να μαρτυρεί από ολιγογράμματους και αφιονισμένους αντιχριστιανούς...

Αγαπητέ/ή διαχειριστή/στρια της κοινότητας αυτής, το κείμενό σας ξεκινά με πολλά αφετηριακά λάθη –κατά την γνώμη μου- στα οποία λάθη είναι πρόδηλο ότι αναφέρεστε σε μία μόνο θρησκεία και σας ενδιαφέρει να στραφείτε εναντίον μόνο αυτής της θρησκείας (του χριστιανισμού).
Ξεκινώ με το –κατά τη γνώμη μου- ξεκαθάρισμα των παρεξηγήσεων:

Α) Θρησκεία: Η θρησκεία ονομάζεται η σχέση του ανθρώπου με το Θεό. Είτε δεχθούμε τη λατινική ετυμολόγηση της λέξης, (religare/relegere=συνδέομαι ενώνομαι), είτε την ελληνική (θρώσκω =αναβαίνω), σε κάθε περίπτωση υποδηλώνεται ο σχεσιακός χαρακτήρας της θρησκείας: ανάμεσα σε θείο και ανθρώπινο, υπερφυσικό-φυσικό, υπερβατικό-ενδοσκοπικό, πνευματικό-υλικό, ψυχικό-φυσικό, ατομικό-κοινωνικό. Για την ύπαρξη της θρησκείας απαιτούνται δύο όροι: το θείο και το ανθρώπινο. Η σχέση της θρησκείας και του ανθρώπου είναι αμφίδρομη και αμφίπλευρη, χωρίς να γίνεται μονόπλευρη και μονοσήμαντη. Το αν κάποιος είναι σε θέση να μην δεχθεί την παρουσία της έννοιας «Θεός» στη ζωή του, αυτό σαφώς εναπόκειται στην προσωπική του ελευθερία και κοσμοθεωρία. Όμως η προσπάθειά του να γενικεύσει την άποψή του –όπως εσείς- ενδεχομένως δημιουργεί σταδιακά τις προϋποθέσεις για έναν άλλου είδους ολοκληρωτισμό, τον αντιθρησκευτικό, σαν αυτόν που δημιούργησαν ο Στάλιν και ο Εμβ. Χότζα στις αλήστου μνήμης κομμουνιστικές τρομοκρατίες της δικτατορίας του προλεταριάτου.
Η στάση μάλιστα της αμφισβήτησης της μεταφυσικής ενασχόλησης αντίκειται στις ίδιες τις αριστοτελικές επιστημονικές αρχές, όπου η ενασχόληση με τα πράγματα που είναι πέραν των «φυσικών», αποτελεί την κατ’ εξοχήν γνώση, την κατ’ εξοχήν επιστήμη, την κατ’ εξοχήν σοφία. Του Αριστοτέλη μάλλον δεν του αρέσει η λέξη «θεολογία» και γι’ αυτό εισάγει τον όρο «μετά τα φυσικά» - πέραν των φυσικών πραγμάτων, άρα μεταφυσική.
Β) Εκκλησία: ο όρος είναι κατ’ εξοχήν πολιτικός και όχι κατ’ ανάγκην θρησκευτικός. Σημαίνει κάλεσμα σε σύναξη πολιτών για σύσκεψη και κοινωνία. Ο χριστιανισμός, οικειοποιείται απόλυτα τις αρχαιοελληνικές παραδόσεις (παρά τα όσα σημειώνονται από διάφορους σχολιαστές, ότι υπήρξε ανθελληνικός) και ονομάζει Εκκλησία το σύνολο των πιστών, αυτών δηλαδή που εμπιστεύονται τη ζωή τους στη σχέση με τον Χριστό. Τον οποίο Χριστό καλούνται να συναντήσουν στο πρόσωπο ΚΑΘΕ συνανθρώπου, πιστού ή απίστου, χριστιανού ή μη, αδιάφορον.
Γ) Πίστη δεν σημαίνει τυφλή υποταγή σε αυθεντίες. Η πραγματική έννοια της πίστης ευτυχώς έχει διασωθεί στο εμπόριο. Πίστη λοιπόν σημαίνει αξιοπιστία: δέχομαι τα αξιόγραφα κάποιου πιστού –αξιόπιστου- πελάτη, δηλαδή πελάτη με εμπορική πίστη. Δέχομαι το λόγο του, τις επιταγές του, παραδέχομαι ότι ο πελάτης μου έχει «πρόσωπο» (καθαρό κούτελο). Η πίστη λοιπόν σημαίνει σχέση, σημαίνει κοινωνία. Η ιουδαιοχριστιανική παράδοση, όπως μετεξελίχθηκε στους αιώνες σε ελληνοχριστιανική, περιλαμβάνει για όσους τις θεωρούν αξιόπιστες παραδόσεις, στοιχεία που φανερώνουν σχέση με το Θεό. Αυτή η σχέση είναι η πίστη. Σαφώς, αυτή η πίστη μέσα στο πέρασμα του χρόνου κινδύνεψε να ιδεολογικοποιηθεί, να νεκρωθεί, να καταντήσει ένα ακόμη είδωλο, ακόμη και από θεσμικούς φορείς αυτής της πίστης. Η ιστορία έχει πολλά να μαρτυρήσει, ειδικά σε επίπεδο θρησκευτικών φανατισμών και παρεξηγήσεων. Όμως αυτή η πίστη συνέχισε –παρά τις παρεξηγήσεις- να βγαζει και αγίους, δηλαδή ανθρώπους που μαρτύρησαν και μαρτυρούν τη σχέση… Μια σχέση που έχει ως μέτρο μόνο την αγάπη.

Σαφώς, ουδείς υποχρεούται να ακολουθήσει ή να δεχθεί τα παραπάνω. Καθένας είναι ελεύθερος να εκφράσει όσους αντιρρητικούς λόγους αισθάνεται. Όμως όλα τα παραπάνω αποτελούν κατ’ αρχήν μια πολιτιστική γλώσσα, μια βάση με την οποία δόθηκε νόημα στη ζωή των ανθρώπων τούτου του τόπου για πολλούς αιώνες… Πολιτισμός είναι καθετί που δίνει νόημα στην καθημερινότητά μας. Από τη γέννηση, μέχρι το θάνατο, από το ξημέρωμα μέχρι το σφάλισμα των βλεφάρων. Πολιτισμός είναι ό,τι απαντά στο ερώτημα της ζωής, ό,τι νοηματοδοτείται μέσα από την τέχνη, την μεταφυσική, την σχέση… Στο παγκόσμιο πολιτιστικό στερέωμα, η βάση κάθε πολιτιστικού επιτεύγματος ή έργου είναι θρησκευτική, χωρίς να δεσμευόμαστε ντε και καλά να είμαστε πιστοί ακόλουθοι της οιασδήποτε θρησκευτικής διδασκαλίας. Αν η πατρίδα μας σημαίνεται διεθνώς από τον Παρθενώνα ή την Αγιά Σοφιά, το Σούνιο, το Θησείο ή τον Αη Δημήτρη Θεσσαλονίκης, τα μοναστήρια του Άθω ή τα Καβύρεια Μυστήρια της Θράκης, το μόνο που δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε σε όλ’ αυτά είναι ότι πρόκειται για θρησκευτικά επιτεύγματα πολιτισμού και νοήματος ζωής. Είτε γουστάρουμε να είμαστε ελληνορθόδοξοι, ρωμαιοκαθολικοί, άθεοι, αγνωστικιστές, δωδεκαθεϊστές χλαμυδόπληκτοι ή ό,τι άλλο νομίζουμε.
«Λάμπει μέσα μου αυτό που αγνοώ αλλά ωστόσο λάμπει» (Οδυσσέας Ελύτης).
Δ) Θρησκευτικά στην εκπαίδευση: Το μάθημα αυτό μπήκε στην εκπαίδευση των ελληνοπαίδων με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, έχοντας σαν σκοπό να κατηχήσει στο ελληνορθόδοξο χριστιανικό δόγμα το μαθητόκοσμο. Ουδέποτε άλλοτε, ως τότε, υπήρξε οργανωμένη πολιτεία ελληνικού πολιτισμού (αρχαιοελληνικές πόλεις, ελληνορωμαϊκός κόσμος, Τουρκοκρατία) όπου να υπάρχει επίσημο μάθημα θρησκευτικής διαφώτισης. Το μάθημα υιοθετήθηκε από την άβγαλτη ελληνική πολιτεία ως ένας παράγοντας (μαζί με το μάθημα της ιστορίας και της γλώσσας) ιδεολογικής σταθερότητας και ιδεολογικής κατεύθυνσης της εκπαίδευσης. Δυστυχώς, για την Εκκλησία του Χριστού, τούτο το πράγμα υιοθετήθηκε και από τους ποιμαίνοντες ανώτερους κληρικούς και έτσι δημιουργήθηκε μια σύγχυση που κρατά δέσμια την Εκκλησία στα κελεύσματα του εκάστοτε πολιτικού κομματάρχη, ενώ συνάμα αποστέρησε την ίδια την Εκκλησία από την ανάπτυξη ενός βασικού της τομέα που είναι η κατήχηση των μελών της. Σ’ αυτά τα 190 χρόνια, η ελληνική πολιτεία, το υπουργείο παιδείας, ο κλήρος και τα ιδεολογικά ρεύματα άλλαξαν πολλές φορές τούτο το μάθημα, σταδιακά από κατηχητικό, ιδεολογικό και μονόπλευρο σε πολύπλευρη μαθητεία του θρησκευτικού φαινομένου. Το μάθημα αυτό, ειδικά με τα τελευταία προγράμματα σπουδών έχει καταστεί –κατά τη γνώμη μου- τοσο αναγκαίο όσο το μάθημα της γλώσσας. Εξηγούμαι με ένα παράδειγμα: Κάθε μαθητής είναι υποχρεωμένος να μάθει σε διάφορα γνωστικά αντικείμενα και σε διάφορες τάξεις για τη σελήνη… Στην κοσμογραφία, στην αστρονομία, τη φυσική, τη λογοτεχνία, τα μαθηματικά. Είναι υποχρέωσή του να μάθει. Όταν τελειώσει το σχολείο, είναι ελεύθερος αν θέλει να γίνει αστροφυσικός επιστήμονας και να μελετά αποκλειστικά τη σελήνη, είναι ελεύθερος αν θέλει να γράφει ποιήματα γι’ αυτήν και να γίνει λογοτέχνης, είναι ελεύθερος να γίνει αστρολόγος ή να μελετά αστρολογία, ή είναι ελεύθερος ακόμη και ν’ αρνηθεί τη σελήνη.
Τα σύγχρονα θρησκευτικά στην εκπαίδευση είναι η εκμάθηση μιας γλώσσας. Μιας γλώσσας που δείχνει τον τρόπο με τον οποίο αναζητήθηκε και αναζητείται το υπερβατικό σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, ειδικά στον τόπο μας.
Φιλικά και με σεβασμό στην ελευθερία και την ευαισθησία του καθένα σε θέματα πίστης, αγάπης και παραμυθίας της ζωής.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΛΟΠΡΟΑΙΡΕΤΟΥΣ


Επειδή πολλοί μετά την επιστολή μου προς τον Σεβασμιώτατο Πειραιώς αναφέρονται στον Άγιο Λουκά τον Ιατρό και με ελέγχουν πως δεν ακολουθώ τα βήματά του, αντί άλλης απαντήσεως θα ήθελα να καταθέσω όχι τις δικές μου θέσεις, αλλά τις θέσεις και ενέργειες του ίδιου του Αγίου Λουκά πάνω στα θέματα των σχέσεων με τους αλλόθρησκους και τα συνακόλουθα θέματα του ρατσισμού, φανατισμού, ζηλωτισμού, αντισημιτισμού, φονταμενταλισμού κλπ. Το κείμενο είναι απόσπασμα επιστολής μου προς σεβαστό ιεράρχη.
«Κάποιος Ρώσος μητροπολίτης έγραφε άρθρα εναντίον των ρωμαιοκαθολικών, αναφέροντας όλα τα αρνητικά. Ο Άγιος του απάντησε με δριμύτητα αλλά και πόνο ψυχής:
Με την ευκαιρία θέλω να εκφράσω σε Σας ως συντάκτης του περιοδικού, τη μεγάλη θλίψη μου σχετικά με τις ομιλίες και τα άρθρα που ακούστηκαν στο καλοκαιρινό συνέδριο του αρχιεπισκόπου Ερμογένη.
Για ποιο λόγο χρειάστηκε να αναφερθούν τα πιο βρώμικα και αρνητικά θέματα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας; Είναι δυνατόν να μην έχει κάτι φωτεινό και θετικό; Να μην υπάρχουν άγιοι και θαύματα; Είναι δυνατόν η καθολική εκκλησία να είναι μόνον ο πάπας, οι καρδινάλιοι και το Βατικανό, την πολιτική του οποίου αρνιόμαστε;
Αλήθεια, η καθολική εκκλησία δεν αποτελείται από εκατομμύρια «απλούς ανθρώπους» με καθαρές ψυχές; Για πoιο λόγο τότε χρειάστηκε να τους δηλητηριάσουν με τα άρθρα του Ερμογένη, που έχουν σκοπό να βάλουν τους κακούς και αμαρτωλούς φραγμούς ανάμεσα στους χριστιανούς;
Για ποιο λόγο, για ποιο λόγο, τόσο βαρύ αμάρτημα προς χαρά των εχθρών της εκκλησίας!
Αλήθεια, τί πιστεύετε; Ο άγιος αυτός που τόσα υπέστη για την πίστη του, στο τέλος πρόδωσε την πίστη του; Αν διαβάσετε τα κηρύγματά του, θα δείτε ότι πολλές φορές αναφέρεται στις αιρέσεις και ενημερώνει το ποίμνιό του.
Όμως ο μεγάλος αυτός Άγιος και ομολογητής είχε διάκριση, την μείζονα των αρετών. Γνώριζε πολύ καλά ότι άλλο ομολογία και άλλο στενοκεφαλιά. Άλλο μαρτυρία Χριστού και άλλο φανατισμός.
Γνώριζε πολύ καλά πόσο μεγάλο αμάρτημα ήταν ο φανατισμός, ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός και τα συνακόλουθα. Συγχωρέστε με, να μεταφέρω και ένα ακόμα κείμενο που βέβαια δεν θα αρέσει στους αντισημίτες. Είναι από τη βιογραφία του στις σελ. 417 – 418.
ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ
Η περιοχή της Κριμαίας ήταν ανέκαθεν το μήλο της έριδος για πολλούς κατακτητές. Επόμενο ήταν να γίνει μία πολυεθνική περιοχή. Στις αρχές του Κ’ αιώνα κατοικούσαν πολλές εθνότητες. Ο Στάλιν προσπάθησε να την εκρωσίσει εξορίζοντας όλους τους λαούς, πλην των Ρώσων, στη Μέση Ασία.
Το μεγάλο κύμα του διωγμού, συνέβη αμέσως μετά το πόλεμο. Μεταξύ των εθνοτήτων ήταν και χιλιάδες Έλληνες που ξεριζώθηκαν βίαια. Σήμερα πολλοί επέστρεψαν και όσοι επέζησαν από τις ταλαιπωρίες διηγούνται με φρίκη τις τρομερές εκείνες στιγμές. Μπροστά στο φοβερό αυτό κοινωνικό και ποιμαντικό πρόβλημα η Εκκλησία κινδύνευε να ταυτιστεί με τις ενέργειες του κράτους.
Ο πειρασμός του εθνικισμού πάντα είναι έντονος για τους ανθρώπους της εκκλησίας που λησμονούν την οικουμενική αποστολή της.
Ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς προέβη σε μια πραγματικά επαναστατική για εκείνη την εποχή ενέργεια. Ως πραγματικός ποιμένας διεχώρισε τη θέση του από τη δικτατορική και απάνθρωπη απόφαση του Στάλιν και απηύθυνε ενωτικό μήνυμα που προκαλεί το θαυμασμό και θα πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση για τους ορθόδοξους ποιμένες αλλά και για το ορθόδοξο ποίμνιο.
Το γεγονός διέσωσε ο Δ. Μπέλκιν, αξιωματικός του κόκκινου στρατού και μέλος του κόμματος, γι’αυτό και η μαρτυρία του έχει ιδιαίτερη αξία και σημασία. Στην περιγραφή του γεγονότος ο αναγνώστης θαυμάζει για άλλη μια φορά τη τόλμη του, το θάρρος του, την ανδρεία του, τη σταθερότητά του, αλλά παράλληλα την ευρύτητα πνεύματος και την εσωτερική εν Χριστώ ελευθερία που τον διέκρινε. Δείγματα ενός πραγματικού ανθρώπου του Θεού. Διηγείται λοιπόν, ο Δ. Μπέλκιν:
«Στα νεανικά μου χρόνια η Κριμαία ήταν τόπος πολυεθνικός. Στην τάξη μου τότε μετρούσαμε 12 διαφορετικές εθνότητες. Όμως μετά τον πόλεμο τους εξόρισαν όλους πλην των Ρώσων.
Έδιωξαν του Τάταρους, Έλληνες, Βούλγαρους, Τούρκους, Γερμανούς, Ιταλούς, Εβραίους, Αρμενίους κ.λπ. που ζούσαν εκεί εδώ και αιώνες. Κάποια μέρα ο Αρχιεπίσκοπος Λουκάς ανακοίνωσε ότι την επόμενη Κυριακή στην ελληνική εκκλησία της Αγίας Τριάδος, που εκείνη την εποχή ήταν ο καθεδρικός ναός, θα απευθύνει μήνυμα προς τους αλλόθρησκους και αλλοεθνείς. Η εκκλησία εκείνη τη μέρα γέμισε ασφυκτικά.
Πολλοί δε χωρούσαν και έμειναν απ’ έξω. Στο τέλος της θ. λειτουργίας ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς διάβασε το μήνυμά του. Μεταξύ των άλλων τόνισε τα εξής:
«Μην πιστεύετε σε εκείνους που θέλουν να σπείρουν τη διχόνοια και το μίσος μεταξύ των λαών και των ανθρώπων διαφόρων θρησκειών. Απ’ αυτή τη διχόνοια κερδίζουν μόνο οι εχθροί μας. Για τη μητέρα – εκκλησία ισχύει το ρητό του αποστόλου Παύλου: ουκ ένι Ιουδαίος, ουδέ Έλλην.
Η εκκλησία έτσι βλέπει τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και όλοι οι αλλοεθνείς και αλλόθρησκοι πάντα θα βρίσκουν στον πιστό ορθόδοξο χριστιανό, αγάπη, βοήθεια, και φιλοξενία…»
Το μήνυμα αυτό ο αρχιεπίσκοπος θέλησε να γίνει ευρύτερα γνωστό σε όσους δεν είχαν τη δυνατότητα να το ακούσουν εκείνη την ημέρα. Τη διάδοσή του ανέλαβαν οι πιστές γυναίκες που το μοίρασαν σε όλη την πόλη».
Με την ενέργειά του αυτή προφύλαξε και το ορθόδοξο ποίμνιο απ’ το να συμμετάσχει στο πογκρόμ καλώντας το να συμπαρασταθεί στους διωκόμενους.
Ο Δ. Μπέλκιν διασώζει και μια ακόμα λεπτομέρεια από την κίνηση αυτή, που δείχνει όλο το σεβασμό που έτρεφε προς την ελευθερία του άλλου ανθρώπου, αλλά και την ευγένεια της ψυχής του.
«Ο αρχιεπίσκοπος έστειλε τον γραμματέα του στην Εβραϊκή συναγωγή για να διαβάσουν και εκεί το μήνυμά του. Το ενδιαφέρον και πλέον αξιοσημείωτο είναι ότι ο αρχιεπίσκοπος γνώριζε τους κανόνες συμπεριφοράς ενός πιστού στη συναγωγή. Συμβούλεψε, λοιπόν, το γραμματέα να σεβαστεί αυτούς τους κανόνες.
Πρώτον, να μπει στη συναγωγή φορώντας το κάλυμμα της κεφαλής (κίππα) όπως φορούν οι Εβραίοι και δεύτερον, να απευθυνθεί με ευγένεια στον υπεύθυνο».
Αργότερα επανήλθε και πάλι στο θέμα. Το 1953, σ’ ένα πολύ δυνατό κήρυγμά του, είπε μεταξύ των άλλων:
«Να προφυλάσσετε τους εαυτούς σας από το αμάρτημα του φανατισμού, της μισαλλοδοξίας, του μίσους προς τους αλλόθρησκους και τους ανθρώπους διαφορετικών πεποιθήσεων, να συμπεριφέρεστε ευγενικά σε κάθε άλλη πίστη. Ποτέ μην προσβάλλετε, ποτέ μην ταπεινώνετε κανέναν…»
Και ένα τελευταίο. Ο Άγιος Λουκάς υπέφερε από τους άθεους, αλλά υπέφερε και από τους ψευδαδελφούς, τους ζηλωτές της εποχής του, το άλλο άκρο. Στη σελίδα 215 αναφέρεται:
«Στην Τασκένδη, ο επίσκοπος Λουκάς, πολύ σύντομα μπήκε στη δίνη νεών προβλημάτων. Στο ναό του Αγίου Σεργίου, είχε λειτουργήσει μερικές φορές ένας εξόριστος επίσκοπος που τον καιρό της εκτόπισής του είχε προσχωρήσει στο σχίσμα της «ζωντανής Εκκλησίας». Ο ναός θεωρήθηκε «μολυσμένος» από τον πρωτοπρεσβύτερο Μιχαήλ Αντρέεβ, με τον οποίο ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς είχε μοιραστεί όλες τις δυσκολίες και τα προβλήματα της εξορίας.
Επέμενε, λοιπόν, φορτικά στον επίσκοπο να κάνει οπωσδήποτε αγιασμό στο ναό. Ο επίσκοπος δε το έκρινε σκόπιμο. Το έβλεπε ως υπερβολή και ως μία ενέργεια που έκρυβε φανατισμό και μόνο προβλήματα μπορούσε να δημιουργήσει στην εκκλησία σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο.
Αυτή η διαφωνία έγινε η αρχή πολλών προβλημάτων. Ο π. Μιχαήλ διακατεχόμενος από έναν ζήλο «ου κατ’ επίγνωσιν» έναν ζήλο παιδαριώδη και ανώριμο που συγχέει τα ουσιώδη με τα επουσιώδη και που τόσα προβλήματα έχει δημιουργήσει στην εκκλησία στη δισχιλιετή πορεία της, αλλά και δημιουργεί ως σήμερα, προχώρησε στο δικό του σχίσμα.
Βγήκε απ’ τη δικαιοδοσία του επισκόπου του και δημιούργησε «δική» του εκκλησία. Τελούσε τις λειτουργίες σπίτι του με μια μικρή ομάδα οπαδών του.
Είναι να απορεί κανείς, για πόσο ασήμαντες αφορμές, για πόσο δευτερεύοντα και ανούσια πράγματα, μερικοί άνθρωποι δημιουργούν σχίσμα στο σώμα της εκκλησίας εν ονόματι της ορθοδοξίας και της αλήθειας που κατέχουν μόνο αυτοί!
Θεωρούν τους εαυτούς τους «σωτήρες» της εκκλησίας και μαινόμενοι αγωνίζονται να την υπερασπίσουν και να την «σώσουν», αλλά τόσο μυωπικά. Ο π. Μιχαήλ σα να λησμόνησε τί ήταν ο επίσκοπος Λουκάς, το πόσο αγωνίστηκε εναντίον των πραγματικών σχισματικών, τί υπέφερε στις εξορίες. Όχι μόνον τον αποκήρυξε, αλλά έγινε και ο χειρότερος εχθρός του.
Άρχισε να στέλνει επιστολές στον επίτροπο του Πατριαρχείου, μητροπολίτη Σέργιο, κατηγορώντας τον επίσκοπο Λουκά. Ακόμα και ο ίδιος επισκέφθηκε τον μητροπολίτη Σέργιο με σκοπό να διώξει τον επίσκοπο Λουκά από τη Τασκένδη!
Ο επίσκοπος Λουκάς αντιμετώπιζε με ηρεμία τις κατηγορίες του πρώην συνεργάτη, συνεξόριστου και συλλειτουργού. Όπως έλεγε μια ενορίτισσά του, η Α.Α. Μεντίντσεβα, «ο Σεβασμιώτατος πάντα έλεγε πως δεν πρέπει να κρίνουμε κανένα και αναφερόμενος στον π. Μιχαήλ, τόνισε μετά τη θεία λειτουργία:
«Αδελφοί μου σήμερα δεν προσευχήθηκα για εσάς, αλλά για τον αδελφό μας. Σας τονίζω: Μην κρίνετε ποτέ τον κλήρο. Καλύτερα να κατακρίνετε τον κόσμο παρά έναν κληρικό!»
Τελικά ο π. Μιχαήλ πέτυχε τον σκοπό του. Τον Σεπτέμβριο του 1926 ο επίσκοπος έλαβε 3 διαδοχικές επιστολές στις οποίες του ανακοίνωσαν την μετάθεσή του σε άλλες επαρχίες».
Τέλος, αντιμετώπισε άμεσο κίνδυνο από άλλη σέχτα ζηλωτών προς το τέλος της ζωής του. Οι άνθρωποι αυτοί ήθελαν να τον δολοφονήσουν εν ονόματι του Χριστού και την καθαρότητα της πίστης. Κάποτε τον πετροβόλησαν. Ευτυχώς, ο Θεός δεν επέτρεψε αυτό το ανοσιούργημα. Ο λόγος; Γιατί προήρχετο εξ εγγάμων…!
Αδελφέ μου, Σεβασμιώτατε, ομολογώ δεν φοβήθηκα στη ζωή μου ούτε τους άθεους ούτε τους αρνητές, ούτε τους διώκτες όσο φοβήθηκα το ζηλωτισμό. Το λέω με πλήρη επίγνωση: Αν ο Χριστός ήρθε να κάνει τέτοιους μίζερους, φοβικούς, διεστραμμένους, φανατισμένους, ανελεύθερους χριστιανούς, καλύτερα να μην ερχόταν…
Πόσο δίκιο είχε ο άγιος Νεκτάριος:
«Τον μη κατ’επίγνωσινζηλωτήν χαρακτηρίζει μίσος προς τους ετεροθρήσκους ή ετεροδόξους, ο φθόνος και ο επίμονος θυμός, η εμπαθής αντίστασις προς το αληθές πνεύμα του θείου νόμου, η παράλογος επιμονή εν τη υπερασπίσει των ιδίων φρονημάτων, ο παράφορος ζήλος προς κατίσχυσιν εν πάσιν, η φιλοδοξία, η φιλονικία, η έρις, και το φιλοτάραχον.
Ο μη κατ’ επίγνωσιν ζηλωτής εύχεται τω Θεώ να ρίψη πυρ εξ ουρανού και να κατακαύση πάντας τους μη δεδχομένους τας αρχάς και πεποιθήσεις αυτού»
Ταύτα για τους καλοπροαίρετους. Για τους υπόλοιπους ας τους φωτίσει ο Θεός. Η προσευχή του αγίου επισκόπου Χαλκίδος Νικολάου (Σελέντη), με εκφράζει απόλυτα.
«Κύριε, χάρισέ μας αυτό που μας χρειάζεται τόσο πολύ στις μέρες μας: Την ισορροπία. Αμήν».
Ο ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ Παπαθανασίου Αθανάσιος




Δεν είναι δύσκολο να θέσουμε ένα σκάφος στην ανακριτική διάθεση μας. Η τεχνολογία μάς δίνει τη δυνατότητα να το ζυγίσουμε, να το αποσυνθέσουμε, να ξεχωρίσουμε κυκλώπειες λαμαρίνες και δυσδιάκριτες βιδούλες, μέχρι και να ανιχνεύσουμε τη μοριακή σύσταση καθενός από τα εξαρτήματα του. Μπορούμε δηλαδή να εξετάσουμε το σκάφος «καθ’ εαυτό» / από μόνο του και δικαίως να κομπάσουμε για την ολοκληρωμένη γνώση που θα αποθησαυρίσουμε. Αυτό όμως που δεν θα εκμαιεύσουμε με τον τρόπο αυτό, είναι η ρότα του. Τον προορισμό του, τον Πειραιά ή το Πουέρτο Ρίκο, δεν θα τον βρούμε στο σκάφος καθ’ εαυτό. Απλώς τα όργανα πλοήγησης, αφού διακονούν και αποτυπώνουν κάποια απόφαση πλεύσης προς τον προορισμό, μπορούν να μας υποψιάσουν ότι η αλήθεια του καραβιού δεν εξαντλείται στα συστατικά του, αλλά έχει να κάνει με τον προσανατολισμό του προς κάτι Άλλο απ’ αυτό που είναι το καράβι.
Αυτό το Άλλο δίνει νόημα στην ύπαρξη του σκάφους και διαφοροποιεί τις κινήσεις του σκάφους από τις περιδινήσεις φελλού που απλώς επιπλέει πάνω στο κύμα. Δεν ξέρω αν έχει σχέση με τούτο ο υποτιμητικός χαρακτηρισμός κάποιου ως «φελλού» στην καθημερινή γλώσσα, αλλά δε μοιάζει καθόλου αταίριαστο. Όντως, αυτό που δίνει στην ανθρώπινη βιοτή νόημα και την κάνει να είναι ζωή κι όχι απλώς επιβίωση, είναι η ύπαρξη, ο προσδιορισμός, η αποδοχή ενός Άλλου. Μπορεί να είναι το όραμα για μια καλύτερη κοινωνία ή η προσπάθεια κοινωνίας με τον Θεό, η μανία για απόκτηση ισχύος ή ο πόθος για λύτρωση από τον πόνο κ.ο.κ. Σε κάθε περίπτωση, το Άλλο είναι κάτι το οποίο δεν ταυτίζεται απολύτως με το παρόν, με την παρούσα κατάσταση μας ή τον παρόντα εαυτό μας. Μπορεί να αφορά κάτι οντολογικά διαφορετικό από τον κόσμο (όπως π.χ. ο Θεός του Χριστιανισμού) ή να είναι εντελώς εγκόσμιο (π.χ. η παγκόσμια επικράτηση της ειρήνης), πάντα ωστόσο κάτι που εμπνέει τη ζωή και τη δράση. Υπ’ αυτή την έννοια, η σχέση προς το Άλλο μπορεί να ονομαστεί Ιδεολογία, μπορεί να ονομαστεί και Θρησκεία.
Όσο πιο γενικόλογα και αφηρημένα μιλάμε, τόσο δυσκολότερα θα διακρίνουμε μεταξύ αυτών των δύο μεγεθών. Το να πει κανείς ότι η Ιδεολογία καυχάται για την κατασκευή της από τον άνθρωπο (και άρα προϋποθέτει την κριτική σκέψη), ενώ η Θρησκεία για την αποκάλυψη της από κάποιον Θεό (και άρα αξιώνει την ανεπιφύλακτη αποδοχή), είναι τουλάχιστον ανεπαρκές. Ο Ινδουισμός των Ουπανισάδων όχι μόνο δεν αυτοχαρακτηρίζεται αποκάλυψη, αλλά ούτε καν ασχολείται με τη δράση κάποιου θεού. Ο Φερνάντεθ Ντε Λα Μόρα, από την άλλη, κατήγγειλε τις ιδεολογίες ως αντίποδα της αυθεντικής σκέψης και καλωσόρισε την κοινωνική ανάπτυξη ως νεκροθάφτη τους (1) , ενώ αντιθέτως ο Νορμπερτο Μπόμπιο αφαίρεσε το φτυάρι από τα χέρια της ανάπτυξης και κατέδειξε ότι κι αυτή είναι μια ιδεολογία (2) . Ο Έριχ Φρομ χαρακτήρισε θρησκεία κάθε τι που εμπνέει προσανατολισμό και αφοσίωση (ακόμα κι αν πρόκειται για ιδεολογία, πολιτικό κόμμα ή αθεΐα) (3) και ο Ερνστ Κασίρερ μάς εγκατέσπειρε την υποψία ότι ο σύγχρονος ορθολογικός πολιτισμός ουδόλως στερείται θρησκευτική προσήλωση σε μύθους (4) .
Όλα αυτά τα αναφέραμε εντελώς ενδεικτικά, για να σημειώσουμε πόσο ανεπαρκές είναι να οχυρωθεί κανείς πίσω από ταμπέλες για να προβεί σε αξιολογήσεις (5) . Μέσα στην ιστορική πραγματικότητα καμιά ταμπέλα δε λειτουργεί σαν κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Δεν αρκεί να δηλώνεις ιδεολόγος για να εξοστρακίσεις τη θρησκοληψία, ούτε αρκεί να δηλώνεις πιστός για να ξορκίσεις τις ιδεοληψίες. Ανεξάρτητα από τον όποιο αυτοχαρακτηρισμό του, το καράβι μπορεί να κατευθύνεται είτε στην αγκαλιά των Φαιάκων είτε, αντιθέτως, στα σαγόνια των Λαιστρυγόνων. Ο καπετάνιος μπορεί να εμπνέεται από τον μισάνθρωπο ρεαλισμό του κάπταιν Νέμο ή από τη φιλάνθρωπη φαντασίωση του Πήτερ Παν. Ακριβώς επειδή, όπως είπαμε, το Άλλο πάει πέρα από τα «συνθετικά» ή το παρόν σου, η επιλογή του κλώθεται από την αυθαιρεσία της ανθρώπινης ελευθερίας: σχοινοβατεί μεταξύ ξύπνου και ονείρου, εμπειρίας και φαντασίωσης, αλήθειας και φενάκης. Εδώ είναι που η ιστορία αναδεικνύεται σε πεδίο πάλης ιδεών και προτάσεων ζωής. Στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης η εγκόλπωση της μιας ή της άλλης ρότας ως της αληθούς ρότας συνήθως δεν γίνεται σαν εφαρμογή συνταγής, αλλά ως κίνηση εμπιστοσύνης. Αυτό λοιπόν που μπορεί να κάνει στο παρόν κανείς, είναι να ανοίξει τα χαρτιά του για να δείξει ποια είναι η ρότα του, ποιες οι αξιώσεις της και ποιες οι αντοχές της. Να διαλεχθεί δηλαδή δίνοντας μαρτυρία γι’ αυτό που ζει και γι’ αυτό που φρονεί.
Αυτό λοιπόν που χρειάζεται να ψηλαφίσει σήμερα η συζήτηση είναι πώς το όραμα γίνεται εφιάλτης και πώς αυτό που φαίνεται ως επιλογή του ανθρώπου καταντά επιβολή πάνω στον άνθρωπο. Από δω και πέρα ο λόγος μας θα γίνει εξ ανάγκης πιο συγκεκριμένος. Αλλιώς κινδυνεύουμε να πέσουμε σε ακαταληψία, συγχέοντας ετερούσια κριτήρια και σαγηνευόμενοι από τον εντυπωσιασμό επιφανειακών ομοιοτήτων. Στο χώρο των θρησκειών η έννοια «σωτηρία» π.χ. – σε πείσμα όσων φρεναπατώνται ότι όλες οι θρησκείες είναι λίγο-πολύ το ίδιο πράγμα – κατανοείται υπό διαμετρικά αντίθετες οπτικές: ο Χριστιανισμός οραματίζεται λύτρωση του κόσμου από τη φθορά και τον θάνατο, απωανατολικές θρησκείες οραματίζονται λύτρωση του πνεύματος από τον κόσμο (6) , ενώ πάμπολλοι νεοέλληνες είτε κραδαίνουν με περηφάνεια ως χριστιανική πίστη τους το απωανατολικό όραμα είτε ξιφουλκούν κατά της χριστιανικής πίστης πεπεισμένοι ομοίως ότι αυτή συμπίπτει με το απωανατολικό όραμα. Ποιος είπε ότι η Βαβέλ βρίσκεται μακριά μας;
Ας αναφερθούμε λοιπόν συγκεκριμένα στον Χριστιανισμό, στην εσωτερική λογική του και σε στρεβλώσεις του, στην ακροβασία μεταξύ αυθεντικότητας και ιδεοληψίας. Περιοριζόμαστε σε δυο ενδεικτικά ζητήματα, το Τέλος και την Ηθική.
Ο Χριστιανισμός έχει Εσχατολογία. Πιστεύει δηλαδή ότι η ιστορία οδεύει προς ένα τελικό φτάσιμο: σ’ αυτό που θεολογικά ονομάζεται Βασιλεία του Θεού. Όσο κι αν έρχεται ίσως σε αντίθεση προς τα Θρησκευτικά που διδάχτηκαν ως μαθητές οι περισσότεροι από τους σημερινούς σαραντάρηδες και πίσω, Βασιλεία δεν είναι η απαλλαγή της ψυχής από το σώμα και η αιώνια ασώματη ύπαρξη της, αλλά η ανακαίνιση τον σύμπαντος, η οριστική εξάλειψη του θανάτου και όλων των θανατερών δυνάμεων (αδικίας, ακοινωνησίας, πόνου κ.λ.π.). Πράγμα που σημαίνει ότι για τον Χριστιανισμό κακό, δεν είναι η ύλη, η ιστορία, ο κόσμος, αλλά η καθυπόταξή τους στη φθορά.
Προσδιοριζόμενη η Βασιλεία μ’ αυτόν τον τρόπο, ρίχνει το φως της στο παρόν και παρέχει στον πιστό όραμα για δημιουργική δράση μέσα στην ιστορία, για αγώνα κατά της ανισότητας, της αδικίας, της εξαθλίωσης του ανθρωπίνου προσώπου. Ταυτόχρονα η τοποθέτηση της ιδεώδους και τελικής φάσης μετά την ιστορία και όχι μέσα σ’ αυτήν εγγυάται την ελευθερία στην ιστορία και εμποδίζει την μεταλλαγή του οράματος σε εφιάλτη. Η ιστορία κατανοείται ως πορεία ανοιχτή στο μέλλον. Μέσα σ’ αυτήν, η Εκκλησία (οφείλει να) έχει επίγνωση ότι είναι οδοιπόρος κι όχι καθεστώς. Αν όμως αντιθέτως η εσχατολογία συρθεί και τοποθετηθεί μέσα στην ιστορία, αν δηλαδή κάποια ενδοϊστορική φάση αναγορευθεί σε ιδεώδες και τελικό στάδιο της ιστορικής όδευσης, τότε ανοίγει ο δρόμος του ιδεολογικού ολοκληρωτισμού. Ο πιστός στρατεύεται για την επιβολή και τη διατήρηση αυτού του τέρματος με κάθε θυσία. Και αυτό που συνήθως θυσιάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η ελευθερία και η ετεροδοξία. Τέτοια είναι συνήθως η ιδεολογία διαφόρων «Χριστιανικών Αυτοκρατοριών», οι οποίες φρονούν ότι αποτελούν την επί γης Βασιλεία ή ότι μετά από μια ενδεχόμενη πτώση τους δεν θα συνεχιστεί η ιστορία αλλά θα έρθει η συντέλεια ή ότι συνιστούν τον περιούσιο λαό με την θεία εντολή να καθυποτάξει τους ανόμους. Τη ρωμαϊκή (μη χριστιανική) ιδεολογία περί «Αιώνιας Ρώμης» την αποδέχθηκε το Βυζάντιο και στη συνέχεια άλλοι επίδοξοι διάδοχοι του ρωμαϊκού μεγαλείου: οι Φράγκοι, οι Γερμανοί, οι Ρώσοι κ.λ.π. Το ιδεολόγημα ότι αν τυχόν καταστραφεί η Ρώμη θα διασαλευθούν τα θεμέλια του σύμπαντος, κρατιόταν ορθό παρά την πτώση της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης, παρά τον θάνατο του Καρλομάγνου και του Βαρβαρόσα κ.λ.π., με το ιδεολόγημα ότι δεν επρόκειτο αληθώς για πτώση της Αυτοκρατορίας, αλλά για μετακόμισή της ( translatio imperii ). Γι’ αυτό άλλωστε η Κωνσταντινούπολη αυτοονομά-στηκε «Νέα Ρώμη», η Μόσχα «Τρίτη Ρώμη», η Γερμανική αυτοκρατορία «Αγία Ρωμαϊκή» κ.ο.κ. Την ασυμβατότητα αυτής της αυτοκρατορικής ιδεολογίας προς την αυθεντική χριστιανική εσχατολογία την υπενθύμιζε η φωνή της «ερήμου», ο μοναχισμός, ο οποίος εμφανίστηκε στις χριστιανικές κοινωνίες ως κίνημα διαμαρτυρίας για την εκκοσμίκευσή τους (όταν δεν υπέκυπτε κι ο ίδιος στην αυτοκρατορική γοητεία).
Τα ιδεολογήματα που βιάζουν και εκβιάζουν κατά τον προαναφερθέντα τρόπο την ιστορία τα συναντά κανείς σε πάμπολα σύγχρονα κινήματα που αυτό-προσδιορίζονται είτε ως πολιτικά είτε ως θρησκευτικά. Από τη μια δηλαδή συναντάμε ιδεολογικοπολιτικές βεβαιότητες περί τελικού σταδίου της κοινωνικής ανάπτυξης, και από την άλλη καταστροφικές λατρείες που με πράξεις μαζικής ή και τυφλής βίας προσπαθούν να επισπεύσουν την έλευση της συντέλειας. Είναι γνωστό ότι οι τεχνολογικές ανακαλύψεις του 18ου αιώνα και η βιομηχανική επανάσταση προικοδότησαν με τόση αισιοδοξία τον Διαφωτισμό, ώστε διακηρυγμένοι άθεοι πιστεύουν με τη μεταφυσικότερη ζέση ότι η ιστορία βαδίζει μόνο προς το καλύτερο, σαν τάχα μια θεία δύναμη να πηδαλιουχεί την ανθρωπότητα αναπότρεπτα προς την πρόοδο. Παρόμοια ιδεολογήματα όμως φαίνεται να στοιχειώνουν και θεο-λογοΰντες οι οποίοι εναγωνίως συνηγορούν υπέρ του «εκσυγχρονισμού» της Εκκλησίας, παραγνωρίζοντας ότι το αυθεντικότερο άνοιγμά της στο εκάστοτε παρόν το υπαγορεύει η πιστότητα στην εσχατολογική παράδοση της.
Από την άλλη, στους λεγόμενους χριστιανικούς λαούς που ζουν από αιώνες στην προαναφερθείσα διελκυστίνδα «αυτοκρατορίας» και «ερήμου», διαμορφώνεται μερικές φορές μια ιδιότυπη αυτοσυνειδησία: ο χριστιανικός πολιτισμός, τα εκκλησιαστικώς εμπνευσμένα έθιμα, η χριστιανικώς συγκροτηθείσα εθνικότητα (στοιχεία που αναμφίβολα προέκυψαν μέσα από σπουδαίες ιστορικές συνθέσεις) γίνονται δεκτά, χωρίς να θεωρείται αναγκαία η πίστη στον ίδιο τον Χριστό. Στην περίπτωση αυτή, ο Θεός ως αληθινό πρόσωπο υποκαθίσταται όχι από μια απάρνησή του, αλλά από την ιδεολογία περί αυτού, όπως περίπου συμβαίνει με όσους διακηρύσσουν ότι είναι ερωτευμένοι με τον έρωτα, αλλά αδυνατούν να ερωτευτούν άνθρωπο με σάρκα και οστά!
Όσον αφορά τώρα την κατανόηση της Ηθικής: Το πρόβλημα με όσους κατηγόρησαν το Χριστό ότι έτρωγε παρέα με πόρνες και τελώνες (Ματθ. 9:11) δεν είναι ότι κατέφευγαν σε συκοφαντία. Αντιθέτως, την αλήθεια έλεγαν. Το πρόβλημά τους έγκειται στο ότι υποκαθιστούσαν τον ζωντανό Θεό με την Ηθική, δηλαδή με έναν κώδικα καλής συμπεριφοράς που έχει τάχα τη δύναμη τηρούμενος να σώζει και παραβιαζόμενος να καταδικάζει. Όμως ο Θεός του Χριστιανισμού είναι απολύτως ελεύθερος. Ελεύθερος από την ειμαρμένη των αρχαίων Ελλήνων, ελεύθερος από τη φθορά, ελεύθερος ακόμη και από την ηθική. Μόνος νόμος του είναι ο εαυτός του. Το ότι είναι ο εαυτός του, δηλαδή το ότι είναι Τριάδα (τρεις υποστάσεις ομοούσιες σε αρραγή κοινωνία), σημαίνει ότι είναι Αγάπη. Η Αγάπη κρίνει τα πάντα και δεν υπόκειται σε τίποτα. Δεν υπάρχει οξύτερη καταδίκη των ηθικιστικών ιδεοληψιών από τον «ύμνο της Αγάπης» του αποστόλου Παύλου (Α’ Κορ. 13: 140), ο οποίος τολμά να πει την απλή αλήθεια: όποιος ποντάρει στα υψηλότερα επιτεύγματα δίχως Αγάπη, είναι ντενεκές ξεγάνωτος («χαλκός ήχων ή κύμβαλον αλαλάζον»). Ο Χριστιανισμός είναι δύσκολος, όχι επειδή έχει δύσκολη ηθική, αλλά επειδή με την Αγάπη κρίνει αδυσώπητα την Ηθική. Με αυθεντικά λοιπόν κριτήρια ο Χριστός δεν μπορεί να γίνεται δεκτός επειδή είναι καλός ούτε επειδή είναι δίκαιος ούτε επειδή είναι αγνός. Αν γίνεται δεκτός γι’ αυτά, τότε Θεός γίνονται αυτά, αφού υπέρκεινται του Θεού και τον υποχρεώνουν σε συμμόρφωση. Αντιθέτως, η σχέση με τον Θεό καλείται να θεμελιωθεί στην πίστη, με την πρωταρχικότατη έννοια της: εμπιστοσύνη σε ζωντανό πρόσωπο.
Οι επαναπαυμένοι εκ των θρησκευόμενων καλά θα κάνουμε να χάσουμε τον ύπνο μας από τον θόρυβο που κάνει το Ευαγγέλιο πριονίζοντας τα ξυλοπόδαρα κάθε ιδεοληπτικής θρησκευτικότητας. Για φαντάσου παράπονα που θα δεχτεί ο Κύριος όταν οι έσχατοι θα βρεθούν πρώτοι (αυτό κάπως τρώγεται!), αλλά και οι πρώτοι θα πάνε στο τέλος της ουράς!
Σημειώσεις
(1)Γκ. Φερνάντεθ Ντε Λα Μόρα, Το Λυκόφως των Ιδεολογιών (μτφρ. Κ. Τσιρόπουλου), Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1973.
(2)Νορμπέρτο Μπόμπιο, Δεξιά και Αριστερά (μτφρ. Ελεονώρας Ανδρεαδάκη, πρόλογος Κωνσταντίνου Τσουκαλά), εκδ. Πόλις, Αθήνα 1995.
(3)Έριχ Φρομ, Να Έχεις ή να Είσαι, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1978, σ. 173: «Το ερώτημα δεν είναι θρησκεία ή όχι; αλλά τι είδους θρησκεία».(4) Ernst Cassirer , Η τεχνική των σύγχρονων πολιτικών μύθων (μτφρ. Γερ. Λυκιαρδόπουλου), εκδ. Έρασμος, Αθήνα 1984.
(5) Όπως θα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, τους όρους θρησκεία και ιδεολογία εδώ τους χρησιμοποιούμε στο πλαίσιο της προσπάθειας μας για εξεύρεση κοινού γλωσσάριου με τον συνομιλητή, πράγμα που σημειώσαμε και στην Προλογική Εξήγηση μας. Ο ενδιαφερόμενος για περαιτέρω εμβάθυνση, θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι κάθε στοχαστής εντάσσει τους όρους μέσα σε μιαν ιδιαίτερη συνάφεια που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Π.χ. ο Κάρλ Μανχάϊμ όριζε τις ιδεολογίες ως τις ιδέες που υπερβαίνουν μεν την ενεστώσα πραγματικότητα αλλά δεν πραγματώνονται ποτέ, αντίθετα προς τις ουτοπίες, οι οποίες είναι μεν ομοίως υπερβατικές, αλλά συχνά δεν αποτελούν παρά «πρόωρες αλήθειες». Βλ. Karl Manheim , Ιδεολογία και Ουτοπία (μτφρ. Γιώργος Ανδρουλιδάκης), εκδ. Γνώση, Αθήνα 1997, σα 231-234, 243. Από την άλλη ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ όριζε ως ουτοπία τον προσδιορισμό μιας ενδοϊστορικής φάσης ως της έσχατης και υψίστης. Βλ. π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Οι μεταφυσικές προϋποθέσεις τον Ουτοπισμού (μτφρ. Ειρηναίος Bulovic ): περιοδικό Εποπτεία 86 (1984), σσ. 42-53. Όπως επίσης, ανάλογα με το νόημα που δίνεται στον όρο θρησκεία, διατυπώνονται διαφορετικές θεολογικές θέσεις περί του αν ο Χριστιανισμός είναι η κατεξοχήν θρησκεία (νοούμενη ως η σχέση Θεού και κόσμου) ή, αντιθέτως, η υπέρβαση της θρησκείας (νοούμενης ως μιας ανθρώπινης δραστηριότητας που προϋποθέτει τείχος ανάμεσα στο Θεό και τον κόσμο). Από την τεράστια σχετική θεολογική βιβλιογραφία, σημειώνουμε εδώ απολύτως ενδεικτικά: Αναστασίου, αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, «Θεολογική κατανόηση των άλλων θρησκειών»: στο βιβλίο του ίδιου, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2000, σσ. 188-206 (αντιπροσωπευτικό της πρώτης θέσης) και Alexander Schmemann , Για να ζήσει ο κόσμος (μτφρ. Ζήσιμος Αορεντζάτος), εκδ. Δόμος, Αθήνα 1987 2 , σσ. 27, 141-171 (αντιπροσωπευτικό της δεύτερης θέσης).
(6)Βλ. Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος, Δοκίμια Ιστορίας των Θρησκειών, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1994, ιδίως σσ. 57-76. Βλ. σχετικά: Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, «Αυτοκρατορία και Έρημος. Η ιστορία και οι αντινομίες της στη σκέψη του π. Γ. Φλωρόφσκυ»: περιοδικό Σύναξη, τχ. 64 (1997), σσ. 27-52.

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Σκέψεις μετά την ακολουθία της Πεντηκοστής



Με τι διάθεση να γράψεις για την εορτή της Πεντηκοστής, όταν αυτή η αλλοπρόσαλλη εκκλησιαστική ακολουθία σε φέρνει στα όρια των φυσικών σου αντοχών και δυνάμεων;

Δυστυχώς, τα τελευταία 100 και πλέον χρόνια, πάνω στην επιβολή του καλογερισμού στις ενορίες, μετατέθηκε ο εσπερινός της εορτής του Αγίου Πνεύματος από το απόγευμα της Κυριακής, κολλητά στην εόρτια πανηγυρική Θεία Λειτουργία της ημέρας της Πεντηκοστής. Έτσι, η πλειονότητα των πρεσβυτέρων και των επισκόπων των κατά τόπους εκκλησιών στην Ελλάδα, θέλουν να ξεκινήσουν πιο νωρίς την ακολουθία για να ειπωθούν με “μεγαλοπρέπεια” οι 7 τεράστιες ευχές της λεγόμενης γονυκλισίας...

Κάθε χρόνο, τέτοιαν ώρα (11:00 το πρωί της Κυριακής της Πεντηκοστής) αισθάνομαι την ίδια απόγνωση και οργή... Ευκαιρία λοιπόν σήμερα να “ξεδώσω” γράφοντας στο διαδίκτυο...

Σήμερα, όπως κάθε χρόνο, ο εφημέριος της ενορίας, μας ζήτησε να ξεκινήσουμε στις 06.30 αντί για τις 07.00, για να ... “προλάβουμε”.

Ο Όρθρος της πανηγύρεως τελείωσε στις 07.45 οπότε και μπήκαμε στη Θεία Λειτουργία. Στον Όρθρο, δεν συμμετείχαν περισσότεροι των 20 ανθρώπων... Τραγικά ηλικιωμένοι, αδαείς εκκλησιαστικά και κοιμώμενοι οι πλείστοι, μιας και η χρήση της Βυζαντινής Μουσικής στη ζωή αυτών των ανθρώπων δεν αποτελεί συνήθως το μέσο της ερμηνείας της ιλιγγιώδους εκκλησιαστικής ποίησης, αλλά το υποκατάστατο των ηρεμιστικών χαπιών...

Κατά την απαγγελία των αναγνωσμάτων της “πανηγυρικής” Θείας Λειτουργίας της γενεθλίου ημέρας της Εκκλησίας μας παρίσταντο περίπου 50 άνθρωποι... Η λέξη ερημιά περιγράφει απόλυτα τον σημερινό πανηγυρικό χαρακτήρα της ακολουθίας. Κατά την αγία αναφορά (08:30 περίπου) η κατάσταση δεν άλλαξε. Η Θεία Μετάληψη ξεκίνησε στις 09.10 και μετά βίας προσήλθαν 5-6 άνθρωποι για να μεταλάβουν (σε απλή Κυριακή στο ναό μας οι μεταλαμβάνοντες πλησιάζουν τους 50)... Στις 09.30 ξεκινά ο περίφημος εσπερινός... Και η Εκκλησία αρχίζει να γεμίζει ασφυκτικά.

Στις 9.50, ξεκινά ο πρεσβύτερος την γονυκλισία... Αναγιγνώσκονται 7 ευχές... Ουδείς τις προσέχει, ουδείς τις αντιλαμβάνεται. Εντούτοις ο ιερέας τις διαβάζει με αργό και πανηγυρικό πλην “ευλαβώς” σαδιστικό τρόπο... Γονάτισα με τα 110 κιλά μου και δίνω την προσοχή μου σε όσα ακούγονται στην σχετικά εύληπτη μεσαιωνική ελληνική των κειμένων...

Τα κείμενα είναι θλιβερά και τραγικά ανούσια. Ελάχιστη έως καθόλου σχέση με την ημέρα της Πεντηκοστής έχουν. Μέτρησα 2 όλες κι όλες αναφορές στην 1η και 3η ευχή για την εορτή... Έμπλεα μιας άσχετης και απόλυτα θρησκοληπτικής τριαδολογίας... Οι επικλήσεις προς το Άγιο Πνεύμα και την τριαδική θεότητα θυμίζουν καλογέρια αυτοβασανιζόμενα κατά τον μεσαίωνα σε μοναστήρια της Δύσης: Ελέησον βοήθησον, ελέησον βοήθησον, ελέησον βοήθησον, εμάς τους άθλιους και τρισάθλιους και σούπερ αμαρτωλούς... Καμμία μα καμμία σχέση με την εορτή... Κανένας απολύτως δοξολογικός τόνος... Θεέ μου, γιατί υπάρχουν αυτές οι ευχές; Ποιος άσχετος νεοπλατωνίζων τις έχωσε σε τέτοια πανηγυρική ακολουθία; Είναι προφανές ότι ο/οι συγγραφέας/είς τούτων των ευχών θέλησαν να μιμηθούν τον Άγιο Σωφρόνιο Πατριάρχη Ιεροσολύμων και τις περίφημες ευχές του Μεγάλου Αγιασμού που διαβάζονται (πάλι άκαιρα) κατά την ακολουθία των Θεοφανείων... Όταν λέμε καμμία σχέση, εννοούμε καμμία απολύτως σχέση... Ο Άγιος Σωφρόνιος έγραψε θεολογικά, δογματικά και ποιητικά αριστουργήματα και στην ακολουθία της γονυκλισίας της Πεντηκοστής, ακούμε ευχές επιπέδου αποδείπνου σαρακοστής, με πολύ δόση καλογερικού κανόνα και νεοπλατωνισμού που μπαίνει απ’ το παράθυρο... Σε μια μάλιστα ευχή προσευχόμεθα στις 10.25 το πρωί για να έχουμε ύπνον ελαφρύν και παντός σαρκικού πειρασμού απηλλαγμένον... Χριστέ μου... Αυτοί οι καλόγεροι, που θεολογούν πάντα για το κακό σώμα και την καλή ψυχή...

Τα σκέφτομαι όλ’ αυτά και οργίζομαι... Η ακολουθία έλαβε πέρας στις 10.40, με τον ιερέα μας χαρούμενο και συγκινημένο. Εντούτοις το αδαές εκκλησιαστικό πλήρωμα, μάλλον ελάχιστα έως τίποτε κατάλαβε... “Δεν πειράζει”, θα πει κάποιος γνωστός μου ευσεβής... “Αρκεί να τα νιώθεις και ας μην καταλαβαίνεις τίποτε...”. Κι εγώ τα ένιωσα όλα... σκέφτηκα! 2 κιλά ιδρώτα έχυσα, τα γόνατά μου τρίζουν από τη μαζοχιστική διαδικασία και το μυαλό μου αναζητά λόγους θεραπείας τούτης της αρρώστιας. Είπαμε... Εμείς γεννηθήκαμε χριστιανοί, όπως άλλοι γεννιούνται κωφάλαλοι...

Πάντως, το βέβαιον είναι ότι ελάχιστοι άκουσαν την περικοπή από τις Πράξεις των Αποστόλων όπου περιγράφεται το γεγονός της Πεντηκοστής, ομοίως ελάχιστοι άκουσαν το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα και το εξαιρετικό γραπτό κήρυγμα του επισκόπου μας (στις 08.10) και εντέλει, ουδείς κατηχήθηκε περί του Αγίου Πνεύματος... 

Στ’ αλήθεια, τι κρίμα... Μια σπάνια ευκαιρία για να μάθουν οι αδερφοί χριστιανοί ότι ο Θεός μας είναι μια παρέα τριών προσώπων που μοιράζονται την ίδια ουσία και που υπάρχουν ως ένα σώμα. Μια ουσία θεϊκή που δεν είμαστε σε θέση να γνωρίσουμε, είμαστε όμως σε θέση να γνωρίσουμε τα πρόσωπα του Θεού από τις άκτιστες ενέργειές τους. Κι είμαστε εμείς που καλούμεθα ως Εκκλησία να σωθούμε... Να γίνουμε όλοι μαζί ένα σώμα, το σώμα του ζώντος Χριστού και να γίνουμε Ένα, κατά το πρότυπο των σχέσεων των τριών αυτών Προσώπων, που τα ορίζει το θέλημα και η αγάπη του Πατρός...

Προχτές στην τελευταία κατηχητική συνάντηση στην Πνευματική Εστία της Μητρόπολής μας, ο κατηχητής και Επίσκοπός μας θέλησε να προσεγγίσει το θέμα της Πεντηκοστής... Να μας μιλήσει για το Πνεύμα το Άγιον και τους καρπούς του, που δίδονται οπουδήποτε γίνεται επίκλησή του, διότι το Πνεύμα επιφοιτά με προϋπόθεση την επίκλησή του... 

Θέλησα να συμβάλω στην κουβέντα μιλώντας για την λεγόμενη ορθόδοξη Πνευματολογία... Δεν τα κατάφερα. Συνελήφθην ανέτοιμος.

Κατόπιν η κουβέντα χάλασε... Πήγε στις σκανδαλώδεις γλωσσολαλιές και κατόπιν το λόγο πήραν οι φοβικοί και άσχετοι, με τις φοβικές απορίες τους... Έχουν οι “αιρετικοί” καθολικοί το άγιο Πνεύμα μέσα τους; Κι αν δεν το έχουν επιτρέπεται να συζητούμε μαζί τους; Αμ οι ετερόθρησκοι; Οι μουσουλμάνοι; Που πιστεύουν σε ένα σωρό ψέμματα και σκοτώνουν τους χριστιανούς; Αμ κάτι εκπαιδευτικοί στο νησί μας, που τόλμησαν και πήγαν τα παιδιά στο τζαμί της Ρόδου ή της Κω και οι ιμάμηδες τα κάνουν κατήχηση στο Ισλάμ;

Τα παράτησα... Θέλησα να υπερασπιστώ τους συναδέλφους μου στα σχολεία, αλλά εις μάτην... Ο σύγχρονος νεοέλληνας χριστιανός χαρακτηρίζεται από α) έλλειψη κατήχησης, πλήρη θεολογική αγνωσία, β) ανάγκη θωράκισης της “αλήθειας” του, γ) ομολογιακή αγριάδα, δ) ανάγκη εύρεσης αντιπάλου, ε) ανάγκη διαδήλωσης, στ) ανάγκη αυτοδικαίωσης του εθνικού ελληνικού υπερεγώ του μέσα από το Χριστιανισμό του. 

Τι να πεις με αυτούς τους ανθρώπους; Ότι ο Άγιος Σωφρόνιος έκανε διάλογο με τον Χαλίφη Ομάρ; Ότι του προσέφερε τον Ναό της Αναστάσεως για να προσευχηθεί κι ότι ο Ομάρ συγκινήθηκε από αυτή την στάση του και ουδέποτε πείραξε τους Χριστιανούς της Παλαιστίνης; Ότι διάλογο με τους Μουσουλμάνους έκανε ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, μάλιστα με περισσή αγάπη και χωρίς διάθεση απόρριψής τους; Ότι εντός του τεμένους της Δαμασκού στη Συρία, υπάρχει παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, όπου φυλάσσεται από τους μουσουλμάνους, τμήμα της κάρας του;

Ότι πάρα πολλοί ορθόδοξοι ναοί στη δυτική Ευρώπη είναι παραχωρημένοι από την Εκκλησία της Ρώμης με αγάπη και κατανόηση για το εμπερίστατο πολλών ορθοδόξων ενοριών; Ότι πλειάδα χριστιανών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας προσέρχονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία στη Δυτική Ευρώπη διότι οι εκεί ορθόδοξοι δίνουν μαθήματα αγάπης και αγκαλιάς, μαρτυρούν την Ορθοδοξία και διαλέγονται επί παντός γνωρίζοντας απ’ έξω τον Ρωμαιοκαθολικισμό; Ότι πλειάδα Ρωμαιοκαθολικών σε Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία, δια της Ουνίας περνούν στην Ορθοδοξία; Ότι η περίφημη Β’ Βατικανή Σύνοδος ήταν ένα τεράστιο βήμα της Δύσης προς την Ανατολή; Ότι η λειτουργική μεταρρύθμιση της Δύσης μετά το 1965 έγινε υπό την καθοδήγηση Ορθοδόξων της Δύσης, μεταρρύθμιση που απέρριψε η ανατολική Ορθοδοξία ως προερχόμενη από την αιρετική δύση; Ότι δύο από τους καλύτερους μελετητές της ορθόδοξης θεολογίας στα δυτικά πανεπιστήμια ήταν ο πρώην προκαθήμενος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας πάπας Βενέδικτος ως Ιωσήφ Ράτζιγκερ (άνθρωπο που Πατρινός αρχιμανδρίτης μαζί με ομάδα "αυστηρών" ελλαδικών ορθοδόξων τον αποκαλούν εν χορώ ομοφυλόφιλο έτσι γιατί γουστάρουν), αλλά και ο πρώην προκαθήμενος της Αγγλικανικής Εκκλησίας Ρόουαν Ουΐλλιαμς...

Κρίμα... Οι Καππαδόκες και κατόπιν ο άγιος Μάξιμος και ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς μας φωτίζουν καλύτερα για τα περί Αγίου Πνεύματος... Πού είναι τώρα ο Χριστός; Ποια η παρουσία του Θεού ως τη Δευτέρα Παρουσία;
Ανέτρεξα στην δογματική του δασκάλου μου, του Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα... Βρήκα τις πειστικότερες απαντήσεις... Ο Θεός να του δίνει δύναμη και πολλά πολλά χρόνια ακόμη για να μας ερμηνεύει όλα αυτά τα καταπληκτικά της θεολογίας...

«Ποια είναι η σχέση μας τώρα με τον Θεό, ώσπου να έλθει πάλι ο Χριστός;» Δηλαδή ο άνθρωπος πώς βιώνει τη σχέση του με το Θεό τώρα. Τώρα που ο Χριστός κάθεται εκ δεξιών του Θεού στους ουρανούς;
Στο καίριο αυτό υπαρξιακό ερώτημα έρχεται η απάντηση του άλλου Παρακλήτου. Δηλαδή όπως αναλύεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο «ουκ αφήσω υμάς ορφανούς». Εγώ φεύγω μεν, δεν είμαι εδώ, λέγει ο Χριστός, είμαι εκ δεξιών του Θεού αλλά ο Πατήρ «άλλον Παράκλητον πέμψει, το Πνεύμα της αληθείας, ό παρά του Πατρός εκπορεύεται». Επομένως αρχίζει ως εμπειρία αυτής της νέας σχέσεως με το Θεό, μετά την Ανάληψη του Χριστού, να έρχεται στο προσκήνιο ένα τρίτο Πρόσωπο. Ένα Πρόσωπο το Οποίο κάνει, όπως και ο Χριστός, πραγματική την παρουσία του ίδιου του Θεού. Δηλαδή κάνει πράγματα, τα οποία μόνο ο Θεός μπορεί να κάνει. Τα θαύματα, τα χαρίσματα, όλα αυτά ενεργούνται λόγω του Αγίου Πνεύματος. Επομένως οι πρώτοι πιστοί είναι υποχρεωμένοι μέσα στην έννοια περί Θεού, κατά κάποιο τρόπο να βρουν μια θέση και γι’ αυτήν την πραγματικότητα την υπαρξιακή, την εμπειρική. Διότι ο Θεός τώρα πλέον ενεργεί ως κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Επομένως ο Χριστός εμφανίζεται ως αυτή η κοινωνία που περιλαμβάνει την κοινότητα της Εκκλησίας και όλα τα χαρίσματα που περιέχει αυτή η κοινότητα, επειδή όλα αυτά δεν μπορεί να αποδοθούν σε ένα δημιούργημα.
Για την Εβραϊκή σκέψη τίθεται επομένως το ερώτημα, εάν μπορούμε πλέον μετά από όλα αυτά να αναφερόμαστε στον Θεό, στο Όν αυτό, που ονόμαζαν οι Εβραίοι Θεό, χωρίς συγχρόνως, αυτομάτως, να αναφερόμαστε και στα άλλα δύο Πρόσωπα: Στον Χριστό, που ονόμασε τον Εαυτό Του «Υιό του Θεού» με ένα ειδικό τρόπο, και στο Άγιο Πνεύμα, το Οποίο αντικαθιστά ή πραγματοποιεί την παρουσία Του Χριστού μ’ αυτό τον ειδικό τρόπο, της κοινωνίας Του Πνεύματος στην ιστορία.
Κι έτσι οδηγείται η Εκκλησία με τη βοήθεια υπαρξιακών εμπειριών, στην Τριαδική διατύπωση πίστεως στον Πατέρα, στον Υιό, και στο Άγιο Πνεύμα συγχρόνως. Αυτή η Τριαδική διατύπωση γίνεται πλέον μια αναπόφευκτη μορφή αναφοράς στον Θεό για τους Χριστιανούς. Αυτές οι διεργασίες που γίνονται μέσα στην ιστορία είναι βασικά εμπειρικές, δεν είναι καθόλου διανοητικές. Έχεις να κάνεις με ορισμένα πρόσωπα σαν τον Χριστό, που δημιουργούν καταστάσεις υπαρξιακές, οπότε απορρίπτεις – και δικαίωμά σου είναι – αυτές τις αξιώσεις Του Χριστού και μένεις μετά σαν Εβραίος με έναν Θεό, ή θα εισαγάγεις την Τριαδική αυτή formula κατ’ ανάγκην πλέον, εφ’ όσον δέχθηκες τις αξιώσεις του Χριστού.
Αυτή λοιπόν η τριαδική formula η οποία ξεπηδάει στην ιστορία εμφανίζεται σαφώς στην Καινή Διαθήκη και έχει τρεις μορφές. Οι δύο είναι σαφώς υπαρξιακές. Η μία είναι η βαπτισματική μορφή. Η πίστη στον Θεό η οποία απαιτείται για το Βάπτισμα, περιλαμβάνει πίστη ή αναφορά στον Θεό όχι ως άτομο αλλά σαν αυτή την Αγία Τριάδα. Στο τέλος του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου έχουμε σαφή αναφορά στην εντολή του Χριστού «βαπτίζοντες εις το όνομα του Πατρός και Του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
Η άλλη μορφή στην οποία παρουσιάζεται, είναι η ευχαριστιακή μορφή. Και αυτό είναι επίσης πολύ βασικό και το βλέπουμε σαφώς στο τέλος των Επιστολών του Παύλου, ιδίως στην κατάληξη της Β΄ Κορινθίους 13, με τη γνωστή μορφή: «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών». Όπως απέδειξαν οι έρευνες, αυτή η μορφή με την οποία τελειώνουν οι Επιστολές του Παύλου, αποτελούσε την έναρξη της Ευχαριστιακής Λειτουργίας στις πρώτες Εκκλησίες, στην αρχαία Εκκλησία, και συνεπώς πρέπει να τη θεωρήσουμε ως ευχαριστιακή formula. Με άλλα λόγια η Θεία Ευχαριστία συνδέθηκε απ’ την αρχή με την Τριαδική formula.
Η τρίτη μορφή είναι η θεολογική, με την ευρύτερη έννοια, την οποία βλέπουμε στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και στον Απόστολο Παύλο.
Συνεπώς αρχίζει πλέον μια θεολογία περί αυτών των τριών Προσώπων. Η θεολογία όμως περί των τριών Προσώπων δεν εμφανίζεται σαν πρόβλημα πριν φθάσουμε στην κατ’ εξοχήν, κυρίως Πατερική περίοδο. Και η Πατερική περίοδος, για μεν την Εκκλησιαστική Γραμματολογία αρχίζει με τους Αποστολικούς Πατέρες, από δε θεολογικής Δογματικής πλευράς, αρχίζει ουσιαστικά με τους Απολογητές τον Β΄ Αιώνα, διότι τότε πλέον αρχίζουν να τίθενται Ελληνικά ερωτήματα, τα Ελληνικού τύπου ερωτήματα ως προς την πίστη περί Θεού.
Και το ερώτημα ελληνικού τύπου, το οποίο κυριαρχεί από τον Β΄ αιώνα και πέρα είναι το εξής: “Εάν βαπτιζόμεθα, όπως εβαπτίζοντο όλοι οι Χριστιανοί τότε, στο Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, τι συμβαίνει τότε με την πίστη μας στον Ένα Θεό, τον οποίο δέχεται η Βίβλος;” Είναι ένα σοβαρό ερώτημα και το ονομάζω Ελληνικό ερώτημα, διότι ο Εβραίος δεν θα το σκεφτόταν, αλλά ο Έλληνας θέλει να ξέρει εάν η φύση (διότι αυτό είναι το Ελληνικό ερώτημα, για τη φύση των όντων), αυτών των Προσώπων ταυτίζεται με τη φύση του Θεού ή είναι κάτι διαφορετικό. Και αρχίζουν συνεπώς τρομερά διλήμματα, από τα οποία η Εκκλησία παλεύει με τη θεολογία της να βγει επί αιώνες. Μέχρι τον Δ΄ αιώνα με τους Καππαδόκες ήταν δύσκολο να δοθεί απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, το οποίο το επαναλαμβάνω: «εάν πιστεύουμε σε Έναν Θεό, πώς είναι δυνατόν να αναφερόμαστε στα Τρία αυτά Πρόσωπα, σαν να ήταν και αυτά δεμένα οντολογικά με Αυτόν τον Ένα Θεό; Το δίλημμα είναι ότι εάν μεν πούμε ότι είναι οντολογικά δεμένα με τον Ένα Θεό τα Τρία αυτά πρόσωπα, αμέσως δημιουργείται το ερώτημα: «και δεν έχουμε τότε τρεις θεούς;» Εάν πούμε ότι δεν είναι οντολογικά δεμένα μα τον Ένα Θεό τα Τρία Πρόσωπα ή τα Δύο, τότε γεννάται  το ερώτημα, το υπαρξιακά πιεστικό: «Μα πώς τότε λατρεύουμε και προσκυνάμε αυτά τα Πρόσωπα και πώς τους αποδίδουμε ενέργειες που ανήκουν κατά τη βιβλική αντίληψη μόνο στον Θεό, όπως την εσχατολογική κρίση της ιστορίας και τα θαύματα που κάνει το Άγιο Πνεύμα;»
Επομένως το δίλημμα δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί. Το πρόβλημα είναι: «πώς μπορεί να κάνει κανείς δεκτή την Αγία Τριάδα χωρίς να αμφισβητήσει την Μονοθεϊα;» Εκτός εάν πει: … «μυστήριο». Και είναι και αυτό μια διέξοδος. Θα μου επιτρέψετε να μη χρησιμοποιήσω αυτή τη διέξοδο, διότι τότε μπορούμε να πούμε ότι όλα είναι μυστήρια και τέλειωσε. Έτσι δεν κάνουμε θεολογία. Βεβαίως είναι μυστήρια αλλά είναι μυστήρια τα οποία μας καλούν σε προβληματισμό. Δεν σταματούν την σκέψη μας. Εν πάση περιπτώσει, οι Πατέρες θα είχαν σταματήσει εντελώς την θεολογία εάν έλεγαν: «αυτό είναι μυστήριο». Αντίθετα έκαναν μεγάλους αγώνες, ιδίως οι Καππαδόκες Πατέρες, για να βρουν ένα τρόπο να πουν ότι δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ της μονοθεΐας και του Τριαδικού Θεού. Δεν υπάρχει σύγκρουση. Και αυτό είναι το κύριο πρόβλημα το οποίο θέτουμε και εμείς εδώ με βάση τους Πατέρες. Γιατί δεν υπάρχει σύγκρουση;
Αυτό το πρόβλημα απασχολεί την Πατερική εποχή. Για να δοθεί η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα πέρασαν πολλές γενεές θεολόγων. Στο Β΄ και Γ΄ αιώνα, αν και είναι γνωστά αυτά από την ιστορία των Δογμάτων, δόθηκαν διάφορες απαντήσεις. Ας τις κατατάξουμε σε μια δυο κατηγορίες για να διευκολύνουμε τη σκέψη μας. Η μία κατηγορία απαντήσεων ταύτιζε το Λόγο και το Πνεύμα με ενέργειες του Θεού σχετιζόμενες με την Δημιουργία και γενικά με την Οικονομία, ότι δηλ. ο Θεός είναι Ένας αλλά προκειμένου να δημιουργήσει τον κόσμο ενεργεί ως Λόγος και ως Πνεύμα. Η μεγάλη δυσκολία με αυτού του είδους την απάντηση είναι ότι η Τριαδική ύπαρξη του Θεού προϋποθέτει την ύπαρξη του κόσμου. Συνεπώς χάνουμε την υπερβατικότητα του Θεού ως προς τα Τρία Πρόσωπα.
Σε πολλές μορφές στον Β΄ αιώνα, θα έλεγα ακόμη και στον Ιουστίνο, δεν είναι ακόμη καθαρά τα πράγματα. Και γενικά στους Απολογητές του Β΄ αιώνος δεν είναι καθαρά τα πράγματα εάν ο Λόγος και το Άγιο Πνεύμα ανήκουν στη σφαίρα του Θεού ή της Δημιουργίας. Εν πάση περιπτώσει, ενεργούν και εμφανίζονται πάντοτε σε σχέση με την Δημιουργία, πράγμα πολύ επικίνδυνο και για την υπερβατικότητα ακόμη των Προσώπων. Όπως ξέρετε από την Ιστορία, αυτό οδήγησε στον Αρειανισμό και αυτό υποχρέωσε την Εκκλησία να ξεκαθαρίσει ως προς τον Υιό τουλάχιστον, ως προς τον Λόγο, τα πράγματα και να πει, ότι ο Λόγος δεν ανήκει στο επίπεδο της Δημιουργίας αλλά στο επίπεδο του Θεού. Συνεπώς η Εκκλησία έδωσε αρνητική απάντηση σ’ αυτή την μορφή απαντήσεων που επεχειρήθησαν να δοθούν. Δεν είναι επειδή ο Θεός είναι Δημιουργός που είναι Τριάς, αλλά είναι Τριάς αυτός καθ’ εαυτόν ανεξάρτητα από τη Δημιουργία Του. Αυτό ξεκαθαρίστηκε, ως προς τον Υιό τουλάχιστον, με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.
Η άλλη κατηγορία απαντήσεων ήταν αυτή που ονομάσθηκε Μονταλιστική, Τροπική. Εκεί ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα και ο Πατήρ ακόμη, εκλαμβάνονται ως τρόποι με τους οποίους ο Θεός ενήργησε στην ιστορία και όχι ως Όντα, ως Πρόσωπα αυτοτελή. Αυτού του είδους την θεωρία την ανέδειξε περισσότερο απ’ όλους ο Σαβέλλιος, όπως ξέρετε, ο οποίος δημιούργησε ένα τεράστιο πρόβλημα στην Εκκλησία με αποτέλεσμα να μη γίνει δεκτή η θεωρία αυτή και η εξήγηση αυτή. Διότι η Εκκλησία επέμενε ότι τα Τρία αυτά Πρόσωπα είναι οντότητες, είναι Όντα, τα οποία βρίσκονται σε προσωπική σχέση μεταξύ τους, σαν κάτι άλλο το ένα από το άλλο. Ο Πατήρ ομιλεί με τον Υιό Του, ο Υιός προσεύχεται προς τον Πατέρα, δηλαδή έχουμε δύο Όντα.
Η Εκκλησία λοιπόν, απέρριψε τις τροπικές θεωρίες, απέρριψε την «οικονομική» θεωρία, και έτσι έμεινε το ερώτημα: «Εάν είναι Τρία Όντα, πώς δεν είναι τρεις θεοί;» Διότι θα μπορούσε εάν δεχόταν τον τροπικό μοναρχιανισμό, το Σαβελλιανισμό, να μην έχει το πρόβλημα. Αλλά προτίμησε το πρόβλημα παρά να αρνηθεί ότι τα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είναι Τρία Όντα. Ακριβώς επειδή ήθελε να μην απομακρυνθεί από την αρχή αυτή και συγχρόνως να δώσει μια απάντηση και όχι να πει… «είναι μυστήριο», άρα δεν μιλάμε. Γι’ αυτό δημιουργήθηκε όλη η θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων, η οποία και αποτελεί τη βάση για το Χριστιανικό Δόγμα και για τη θεολογία. Σ’ αυτή τη θεολογία θα πρέπει να ενσκύψουμε με πολλή προσοχή, με πολλή διάθεση μαθητείας. Το πρόβλημα περί Αγίας Τριάδος είναι δύσκολο. Αλλά αυτή η σκοταδιστική τάση που παρατηρείται σε πολλούς σήμερα εν ονόματι μιας απλότητος της πίστεως και ευσεβείας να μη θέλουν να βασανιστούν διανοητικά, το θεωρώ επικίνδυνο. Η θεολογία δεν είναι εχθρός της ευσεβείας και εάν μας απασχολήσουν αυτά τα προβλήματα έντονα, θα δούμε ότι ο Θεός γίνεται πιο υπαρξιακά γνωστός σ’ εμάς, απ’ ό,τι εάν δεν είχαμε απασχοληθεί με αυτά τα προβλήματα.
Όταν λέμε ότι ο Θεός είναι μία Ουσία και τρία Πρόσωπα, με τον όρο «Ουσία» αναφερόμαστε πάντοτε σε κάτι γενικό, που δηλώνει την ύπαρξη περισσοτέρων από ένα όντων. Δηλαδή όταν λέμε, ας πούμε, «η ανθρώπινη ουσία ή φύση», αυτό σημαίνει ότι ενώ όλοι εμείς είμαστε μία ουσία ή μία φύση, δηλαδή έχουμε την ανθρώπινη φύση, ο καθένας μας είναι πλήρης άνθρωπος, δηλαδή αυτή η φύση έχει πολλούς. Αυτούς τους πολλούς τους ονομάζουμε υποστάσεις ή πρόσωπα. Αυτή την αναλογία, αυτή την εικόνα, την χρησιμοποίησαν οι Πατέρες. Οι Καππαδόκες Πατέρες λένε: «κοιτάξτε, αυτό δεν είναι τόσο παράλογο που λέμε εμείς οι Θεολόγοι για τον Θεό, διότι όντως και στον άνθρωπο αν κοιτάξετε θα δείτε ότι γίνεται λόγος για μία ουσία, μία φύση και συγχρόνως για δύο, τρεις, τέσσερεις… υποστάσεις αυτής της φύσεως, τρόπους με τους οποίους αυτή η φύση υφίσταται. Αλλά αυτό αμέσως δημιουργεί τον κίνδυνο τώρα της τριθεϊας. Διότι εμείς οι πολλοί άνθρωποι έχουμε αμέσως πολλούς ανθρώπους, επομένως δεν έχουμε πολλούς θεούς; Εάν μεταφέρουμε στον Θεό το παράδειγμα, πώς αποφεύγουμε την τριθεϊα;
Και εδώ αρχίζει το πολύ δύσκολο έργο των Καππαδοκών Πατέρων. Θέτουν το ερώτημα: Γιατί εμείς οι άνθρωποι είμαστε πολλοί και μπορεί να γίνει λόγος για πολλούς ανθρώπους, ενώ για τον Θεό δεν μπορεί να γίνει λόγος για πολλούς θεούς; Η απάντηση είναι ότι εμείς οι άνθρωποι επειδή είμαστε κτιστοί έχουμε την φύση μας, την ανθρώπινη φύση μας διηρημένη, δηλαδή εγώ και ο πατέρας μου είμαστε δύο άνθρωποι. Διότι μεσολαβεί μεταξύ εκείνου και εμού ο χρόνος (ή ο χώρος σε άλλες περιπτώσεις όταν ζει ακόμη), ο οποίος χώρος και χρόνος επιτρέπει στον καθένα από μας να νοηθεί αυτοτελώς σαν άτομο, π.χ. ο πατέρας μου δεν υπάρχει τώρα, αλλά εγώ υπάρχω. Δηλαδή ο χρόνος επέτρεψε τον ατομισμό. Επέτρεψε σ’ εμένα να νοούμαι ανεξάρτητα από τον πατέρα μου και μ’ αυτό τον τρόπο γίνεται μία κατάτμηση της φύσεως και όταν γεννάται ο άνθρωπος πάντοτε εξατομικευόμενος, κατατέμνεται η φύση. Διότι ο κάθε ένας μπορεί να νοηθεί αυτοτελώς, μόνος του σαν άτομο. Γι’ αυτό τον λόγο έχουμε πολλούς ανθρώπους και η ενότητα του ανθρωπίνου γένους δεν εξασφαλίζεται, ή μάλλον συγκρούεται με την πολλαπλότητα των ανθρώπων των συγκεκριμένων. Για να απλοποιήσω αυτό το δύσκολο θέμα θα φέρω αμέσως την εφαρμογή αυτού του παραδείγματος στην περίπτωση του Θεού, την οποία κάνουν οι Καππαδόκες Πατέρες. Εάν υποθέσουμε, για να καταλάβουμε αυτή την εφαρμογή, ότι δεν μεσολαβεί χώρος και χρόνος μεταξύ μας, δεν κατατέμνεται η φύση με την γέννησή μας, τι θα συνέβαινε υπαρξιακά; Θα συνέβαινε ότι εγώ με τον πατέρα μου δεν θα χωρίζαμε ποτέ, θα ήταν αδιανόητο να μεσολαβήσει μεταξύ εκείνου και εμού ένα χάσμα… Αλλά αυτό τι σημαίνει; Ότι ενώ στην ουσία θα είμαστε δύο πρόσωπα, θα είμαστε πάντοτε δύο πρόσωπα διαφορετικά ο ένας από τον άλλον, επειδή δεν θα είμαστε ποτέ χωρισμένοι, θα είμασταν πάντοτε ένας. Επομένως η ενότητα εξασφαλίζεται με τι; Με την αδιάλειπτη κοινωνία – σχέση μεταξύ μας. Τώρα, αυτό που σπάει την κοινωνία και σχέση μεταξύ του πατέρα μου και εμού είναι ο χρόνος και ο χώρος. Ο χώρος και ο χρόνος είναι ιδιότητες του κτιστού. Εμφανίζονται ακριβώς με την δημιουργία. Είναι αδύνατον να γίνει λόγος για χώρο και χρόνο στον Θεό, χωρίς να δημιουργηθεί αμέσως το θέμα της αρχής του Θεού. Δηλαδή ότι κάποτε δεν υπήρχε ο Θεός. Για να διατηρηθεί το άναρχο του Θεού που είναι συναφές και συμφυές με την έννοια του Θεού, σαν διαφορά από το κτιστό, για να διατηρηθεί αυτό πρέπει να αποκλείσουμε την περίπτωση της εισδοχής του χώρου και χρόνου μέσα στην ύπαρξη του Θεού. Επομένως στην περίπτωση του Θεού έχουμε αυτή την υπόθεση, πλέον ως πραγματικότητα. Και τι σημαίνει αυτό; Ότι η πολλαπλότητα δεν συγκρούεται με την ενότητα. Αυτό είναι το μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Μυστήριο μεν για την εμπειρία μας διότι για μας η πολλαπλότητα πάντα συγκρούεται με την ενότητα. Είναι μεν μυστήριο από πλευράς εμπειρίας μας,  από την ώρα όμως που θα δεχθείτε τον Θεό ως Θεό άκτιστο και μη υποκείμενο στον χώρο και στον χρόνο, παύει να είναι μυστήριο. Τι γίνεται δηλαδή; Παίρνει κανείς για τον Θεό μια αναπόφευκτη θέση. Είναι μία θέση που αν δεν την πάρεις, χάνεις την έννοια του Θεού, κάνεις τον Θεό κτίσμα. Επαναλαμβάνω, όλα αυτά προϋποθέτουν ότι απ’ την αρχή έχεις πάρει την απόφαση ότι δέχεσαι το μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Δεν θα το αποδείξεις γιατί ο Θεός είναι Τριάς, προσπαθείς ν’ αποδείξεις  το πώς, το πώς θα μπορέσεις να συλλάβεις αυτό το μυστήριο. Με τι είδους στοχασμό και τι είδους σκέψη; Η οποία, όπως θα δούμε, δεν είναι απλώς σκέψη και στοχασμός, για να ικανοποιήσουμε κάποια περιέργεια του νου, αλλά έχει άμεσες συνέπειες. Η ζωή μας όλη αλλάζει εάν ο Θεός δεν είναι Τριαδικός.
Εάν ο Θεός δεν είναι Τριαδικός, είναι άλλο πράγμα η ζωή του ανθρώπου. Αν ο Θεός είναι Τριαδικός, εάν όντως αυτό το μυστήριο είναι αληθινό, δηλαδή εάν αυτή η αντιστροφή που σας έκανα μεταξύ της δικής μας εμπειρίας στην οποία συγκρούεται η ενότητα με την πολλαπλότητα και της εμπειρίας του Θεού ή μάλλον της υπάρξεως του Θεού όπου δεν συγκρούεται, εάν δεν υπάρχει η ενότητα στην οποία η πολλαπλότητα να μην συγκρούεται, τότε πάρα πολλά διακυβεύονται στην ύπαρξή μας. Το δόγμα περί Αγίας Τριάδος είναι το πλουσιότερο υπαρξιακό μήνυμα που μπορεί να έχει μια θρησκεία ή μια φιλοσοφία. Ας επιμείνουμε τώρα στο ιστορικό αποτέλεσμα. Λένε, λοιπόν, οι Καππαδόκες Πατέρες ότι το παράδειγμα, η αναλογία της μιας ανθρώπινης φύσης και των πολλών ανθρώπων μπορεί να εφαρμοσθεί στον Θεό υπό τον όρο ότι δεν εισάγουμε χώρο και χρόνο, πράγμα που είναι, ούτως ή άλλως, αυτονόητο για την ύπαρξη του Θεού. Οπότε, αυτομάτως παύουμε να έχουμε πρόβλημα των τριών θεών μέσα στην Αγία Τριάδα.
Όταν εκφράζουν αυτή την ενότητα, τη μία ουσία, δηλαδή την ενότητα του Θεού με τον όρο ουσία, δημιουργούν αμέσως το εξής πρόβλημα. Εάν η ουσία αυτή προϋπάρχει, και μετά γίνεται κατά κάποιο τρόπο Τριάς, πράγμα που συμβαίνει σε μας τους ανθρώπους, και όπως το είχαν ήδη και οι Έλληνες φιλόσοφοι επισημάνει, λέγοντας ότι όλοι εμείς οι άνθρωποι ερχόμεθα ως όντα χωριστά, διαφορετικά, στην ύπαρξη, από μα προϋπάρχουσα ουσία, μια προϋπάρχουσα φύση. Θα έλεγα η φύση σε μας προϋπάρχει και μετά έρχεται το πρόσωπο. Όταν εγώ ήλθα στον κόσμο δεν ήμουν εγώ που έφερα την ανθρώπινη ουσία, την ανθρώπινη φύση στην ύπαρξη. Η ανθρώπινη φύση προϋπήρχε εμού κι έτσι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι το είχαν προεκτείνει αυτό γενικά, για να πουν ότι αυτή η ουσία, το γενικό αυτό πράγμα, στο οποίο μετέχουν πολλοί, προϋπάρχει και κατόπιν έρχεται το ειδικό, το πρόσωπο. Και οι μεν Πλατωνικοί μιλούσαν για «γένος υπερκείμενον», οι δε αριστοτελικοί για «γένος υποκείμενον», εννοώντας ότι αυτό που ο καθένας μας είναι χωριστά, είναι σαν χωριστός άνθρωπος, έπεται της υπάρξεως. Για μεν τον Πλατωνισμό έπεται του ιδεώδους ανθρώπου στον οποίο όλοι μετέχουμε, για δε τον Αριστοτελισμό της φύσεως της ανθρώπινης, του είδους του ανθρώπινου απ’ το οποίο όλοι ξεπηδούν. Το ανθρώπινο είδος προηγείται των ανθρώπινων όντων και γι’ αυτό κατά τον Αριστοτέλη με τον θάνατο τα επί μέρους όντα εξαφανίζονται, επιβιώνει το είδος. Επομένως προηγείται σ’ εμάς η ουσία και έπεται το πρόσωπο. Θα δείτε τι υπαρξιακή σημασία έχει αυτό αργότερα.
Οι Καππαδόκες Πατέρες τέμνουν εδώ νέους δρόμους για την φιλοσοφία με αφορμή το δόγμα της Αγίας Τριάδος. Ο Βασίλειος κάνει την εξής δήλωση σαν βάση, σαν αξίωμα της όλης του περαιτέρω επιχειρηματολογίας: Δεν υπάρχει ουσία «γυμνή» όπως λέγει. Μ’ αυτό εννοεί ότι δεν υπάρχει ανυπόστατος ουσία, ουσία που να μην έχει πραγματικές και συγκεκριμένες υποστάσεις. Επομένως είναι αδύνατο να προϋποθέσει την ανθρώπινη φύση, απ’ την οποίαν βγαίνουν τα συγκεκριμένα όντα. Πρέπει τα συγκεκριμένα όντα να τα θεωρήσεις εξ ίσου πρωταρχικά στην οντολογία, με την ουσία του ανθρώπου. Εφ’ όσον γυμνή ουσία δεν υπάρχει, δεν μπορεί να νοηθεί ουσία χωρίς τις συγκεκριμένες υποστάσεις.
Εάν τώρα αυτό το εφαρμόσετε στο ανθρώπινο γένος τι σημαίνει; Ότι η αρχή και η ενότητα, αυτό δηλαδή που εξασφαλίζει την ενότητα του ανθρωπίνου γένους, δεν έγκειται στην ουσία του ανθρώπου, διότι δεν υπήρξε ποτέ ουσία γυμνή. Επί παραδείγματι, ο Αριστοτέλης διακρίνει μεταξύ του ανθρώπου γενικά, - αυτή είναι η ουσία, - και του Καλλία ή του Σωκράτη που είναι τα πρόσωπα, οι υποστάσεις. Στην σκέψη των Καππαδοκών είναι αδύνατον να πεις τον όρο «ανθρώπινη ουσία» χωρίς να υπονοήσεις αυτομάτως τον Καλλία ή τον Σωκράτη ή τον Γιώργο ή τον Κώστα ή κάποιον. Είναι αδύνατον ν’ αναφερθείς στην ουσία καθ’ εαυτήν χωρίς τα συγκεκριμένα πρόσωπα, δεν υπάρχει δηλαδή πρώτα αυτή η γενική ανθρωπότητα. Γίνεται πολλές φορές λόγος και σήμερα ιδιαιτέρως για την ανθρωπότητα. Η ανθρωπότητα είναι οι άνθρωποι οι συγκεκριμένοι. Και όλα αυτά βγαίνουν από το δόγμα της Αγίας Τριάδος. Όσο παράξενο κι αν σας φαίνεται, οι επιπτώσεις στην ανθρωπολογία είναι τεράστιες. Εφ’ όσον δεν υπάρχει γυμνή ουσία και δεν μπορούμε συνεπώς να προϋποθέσουμε σαν αρχή του ανθρωπίνου γένους την ανθρώπινη ουσία ή τον άνθρωπο τον Πλατωνικό τον ιδεώδη, ή την φύση, το είδος του Αριστοτέλη, τότε ποια είναι η αρχή και η αιτία, δηλαδή αυτό που κάνει τον άνθρωπο ένα, αν δεν είναι η ουσία του;
Το θέμα συζητείται και σε μια από τις επιστολές του Μεγ. Βασιλείου σε διάλογο με τον Αμφιλόχιο. Αυτές οι επιστολές ετέθησαν εν αμφιβόλω, αλλά μάλλον είναι γνήσιες, δεν υπάρχει λόγος σοβαρός να τις αμφισβητήσει κανείς. Εν πάση περιπτώσει είναι μέσα στις επιστολές του Μ. Βασιλείου. Σε μια απ’ αυτές τις επιστολές αναλύεται όλο αυτό το πρόβλημα και ο Βασίλειος συμφωνεί με την άποψη, ότι εφ’ όσον δεν υπάρχει ποτέ ουσία γυμνή ανθρώπινη ως αρχή του ανθρώπου, το πρωταρχικό οντολογικό κατηγόρημα του ανθρώπου δεν είναι η ουσία του. Αλλά πρέπει να είναι οπωσδήποτε ένα συγκεκριμένο ον και αυτό είναι ο Αδάμ. Δηλαδή ενώ οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν ότι έλκουμε την καταγωγή μας, την ύπαρξή μας, ως επί μέρους όντα, από την κοινή φύση την ανθρώπινη, πρέπει ως Χριστιανοί να πούμε ότι έλκουμε την ύπαρξή μας ο καθένας από ένα πρόσωπο, τον Αδάμ. Η αιτία του «είναι» μας, δεν είναι η φύση μας, αλλά ένα πρόσωπο.
Εφαρμοζόμενο αυτό στον Θεό, προσέξτε τι συνέπειες έχει: Οι Καππαδόκες εισάγουν για πρώτη φορά στην θεολογία την έννοια του «αιτίου». Δηλαδή ότι ο ένας Θεός δεν είναι μια ουσία αλλά είναι ο Πατήρ και την ενότητα της Τριάδος την εκφράζει ο Πατήρ ως Πρόσωπο και όχι ως ουσία. Βεβαίως η έκφραση: «μία ουσία» εξακολουθεί να παραμένει, όχι όμως με την έννοια της αιτιότητος της ουσίας. Η ουσία δεν είναι αυτό που κάνει τον Θεό να είναι υποστάσεις.
Η ουσία λειτουργεί διαφορετικά πλέον. Αυτό που είναι το έσχατο και πρώτιστο σημείο αναφοράς στην ύπαρξη του Θεού δεν είναι η ουσία αλλά ο Πατήρ, που σημαίνει ότι δεν μπορείς να ξεκινήσεις από την ουσία του Θεού για να φθάσεις μετά στον Πατέρα. Αλλά ξεκινάς από τον Πατέρα, ο Οποίος επειδή δηλώνει Πρόσωπο και όχι ουσία, έχει το χαρακτηριστικό ότι δεν νοείται μόνος. Ενώ η ουσία, μπορεί να νοηθεί και μόνη και φυσικά η ουσία είναι μία.
Ξεφεύγουμε έτσι από την πρωταρχικότητα της μονάδος και εισάγουμε μέσα στην οντολογία, στο είναι του Θεού, την πολλαπλότητα σαν κάτι πρωταρχικό. Διότι η έννοια «Πατήρ» δεν μπορεί να σταθεί χωρίς να υπάρχει και ο Υιός τουλάχιστον. Τίνος Πατήρ θα μπορούσε να είναι, εάν ο Υιός δεν υπήρχε; Πρέπει τότε να πούμε ότι δεν ήταν πάντοτε Πατήρ. Αν ήταν πάντοτε Πατήρ, πάντα υπήρχε και ο Υιός. Δηλαδή αυτή η πολλαπλότητα, η αλληλεξάρτηση των προσώπων γίνεται πρωταρχικό οντολογικό κατηγόρημα, δηλαδή δεν μπορείς να πας πιο πέρα, πιο πίσω απ’ αυτό, ν’ αναζητήσεις κάτι το οποίο προηγείται και οδηγεί σ’ αυτό. Η μία Ουσία δεν προηγείται και δεν είναι «αιτία» του είναι του Θεού. Προηγείται ως αίτιο ο Πατήρ, ο οποίος όμως αυτομάτως βρίσκεται σε κοινωνία, δεν μπορεί να νοηθεί ως μονάς.
Έτσι πρέπει να εννοήσουμε την έκφραση «ο Θεός αγάπη εστί». Στο σημείο αυτό, επειδή έχει άμεση σχέση με το δόγμα το τριαδικό, έγιναν πολλές διευκρινίσεις την εποχή των Καππαδοκών Πατέρων. Διότι ο Θεός είναι αγάπη, είναι κάτι το οποίο δεν το λέει πρώτη φορά ο Χριστιανισμός, το είχε πει ήδη ο Πλάτων. Αλλ’ ο Γρηγόριος απορρίπτει την άποψη ότι ο Θεός είναι αγάπη με την έννοια ότι η θεία φύση ξεχειλίζει από αγαθότητα (!) ως εκχύλισμα κρατήρος. Δηλαδή δεν είναι πλέον η αγάπη ένα συναίσθημα. Δεν είναι αυτό το νόημα της αγάπης. Ο Θεός είναι αγάπη, θα πει ότι ο Θεός συγκροτείται σαν ύπαρξη, υπάρχει, δια μέσου σχέσεων προσωπικών. Η κοινωνία είναι συστατικό πρωταρχικό της υπάρξεως του Θεού. Δεν είναι κάτι που ο Θεός το αποκτά εκ των υστέρων. Όπως μπορούμε να πούμε ότι εγώ υπάρχω και επί πλέον αγαπώ κάποιον. Πρέπει να φαντασθείτε μια περίπτωση που να μην μπορώ να πω ότι εγώ υπάρχω, παρά μόνον εάν όντως βρίσκομαι σε κοινωνία με κάποιον άλλο, αλλιώς χάνω την ταυτότητά μου, εξαφανίζομαι. Κι αυτό είναι το νόημα του ότι ο Θεός πρωταρχικά είναι Πατήρ, δηλαδή χάνει την ταυτότητα εντελώς αν δεν έχει τον Υιό. Και η αγάπη συνεπώς, δηλαδή η κοινωνία αυτή που μας κάνει να υπάρχουμε, δεν είναι συναίσθημα. Η αγάπη δεν είναι ένα συναίσθημα, αλλά είναι μία σχέση που μας κάνει να υπάρχουμε. Τότε η αγάπη πραγματικά αποδεικνύεται αγάπη, όταν κοπεί το υπαρξιακό νήμα και αρχίσεις αμέσως να αιωρείσαι στο κενό. Με τον θάνατο π.χ. κόβεται το νήμα, καταλαβαίνεις ότι δεν υπάρχεις εάν δεν επανασυνδεθεί το νήμα. Διότι το άλλο πρόσωπο, η κοινωνία με το άλλο πρόσωπο δημιουργεί την βάση ολοκλήρου του είναι σου.
Λοιπόν «ο Θεός αγάπη εστί» σημαίνει ουσιαστικά ότι ο Θεός είναι Αγία Τριάς. Δεν είναι τίποτε άλλο. Ότι δηλαδή είναι η ουσία Του κοινωνία. Και τι θα πει: «είναι» κοινωνία; Θα πει ότι δεν μπορούμε να Τον εννοήσουμε ούτε κατ’ επίνοιαν ως Μόνον. Όπως δεν μπορείς να Εννοήσεις τον εαυτό σου στην πραγματική αγάπη μόνον, ποτέ. Εκτός αν αγαπάς τον εαυτό σου, κάτι που δεν είναι πραγματική αγάπη. Αν λοιπόν βγάλεις την Τριάδα από τη μέση και κάνεις τον Θεό μονάδα, τότε αυτομάτως δημιουργείται το πρόβλημα: «ποιον αγαπά ο Θεός».  Δεν υπάρχει κανένας άλλος εκτός του Θεού, διότι αυτή είναι η έννοια του Θεού. Είναι άναρχος, προηγείται του κόσμου…
Πολλοί κάνουν αυτή την αφελή σκέψη, ότι ο Θεός είναι αγάπη διότι αγαπά τον κόσμο. Μα ο κόσμος δεν υπήρχε πάντοτε. Εξ’ ορισμού δεν μπορεί να εννοήσουμε τον κόσμο αιώνιο και τον Θεό αιώνιο, συναιώνιο. Εάν λοιπόν ο Θεός αγαπά τον κόσμο κι έτσι υπάρχει ως αγάπη, τότε δεν ήταν πάντα αγάπη, γίνεται αγάπη, δεν είναι αγάπη. Γίνεται όταν ο κόσμος έλθει στην ύπαρξη. Εκτός αν κάνεις το βήμα που κάνει ο Ωριγένης και διάφοροι άλλοι, να μεταφέρεις τον κόσμο στην αιωνιότητα. Δηλαδή να τον θεωρήσεις αιώνιο, ότι κατά κάποιο τρόπο υπήρχε πάντα ο κόσμος μέσα στη σκέψη του Θεού, αλλά τότε χάνεις την ελευθερία του Θεού. Διότι ο Θεός πλέον είναι υποχρεωμένος να έχει τον κόσμο, δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τον κόσμο. Εάν ο Θεός – και αυτό είναι Βιβλική απαίτηση – είναι απόλυτα υπερβατικός. Εάν ο Θεός  είναι νοητός, και πρέπει να είναι νοητός χωρίς την ύπαρξη του κόσμου, τότε οπωσδήποτε ή α) δεν είναι αγάπη, ή β) αγαπά τον Εαυτό Του, που δεν είναι αγάπη, ή γ) είναι Τριάς.
Αυτή η έκφραση: «αγαπώ τον εαυτό μου» προϋποθέτει ένα υποκείμενο και ένα ρήμα. Αγαπά ο Πατήρ τον Υιόν, ο Υιός αγαπά τον Πατέρα, ο Πατήρ το Πνεύμα, το Πνεύμα τον Πατέρα και τον Υιόν… αγαπούν πάντοτε περισσότερα του ενός. Και μ’ αυτόν τον τρόπον ο Θεός δεν αγαπά τον εαυτό Του δηλ. ατομιστικά, αγαπά κάποιο πρόσωπο, αγαπά ως πρόσωπο διότι ο Θεός είναι Πατήρ, πρόσωπο. Η ουσία δεν αγαπά, το Πρόσωπο αγαπά.
Με τον Αυγουστίνο όλα αυτά που σας είπα ως τώρα διαγράφονται. Διότι, αρχίζει μετά εντελώς νέα τοποθέτηση απ’ την οποίαν εξαρτώνται πάρα πολλά πράγματα, όπως το Filioque και πολλά άλλα. Αλλά το Filioque είναι παρωνυχίδα μπροστά στην ουσία του προβλήματος, που συνοψίζεται στο εξής: «Εάν προηγείται η ουσία στο είναι του Θεού ή προηγείται το πρόσωπο. Διότι ο Αυγουστίνος δεν μπόρεσε να συλλάβει την σκέψη των Καππαδοκών στο σημείο αυτό και έκανε το λάθος να θεωρήσει την Ουσία του Θεού την μία Ουσία ως τον Ένα Θεό. Οπότε δημιουργήθηκαν τεράστια προβλήματα. Και θα πρέπει στο επόμενο μάθημα πριν κλείσουμε την ιστορική αναδρομή να δούμε την θέση του Αυγουστίνου. Και μετά θα πάμε στην ερμηνεία την υπαρξιακή, δηλαδή να δούμε όλα αυτά τα πράγματα. Έχουν καμία σημασία, ή τα λέμε εμείς οι θεολόγοι απλώς για να τηρούμε την παράδοση; Μπορείς εξ’ άλλου να τα λες χωρίς να τα εξηγείς; Οι Πατέρες κουράστηκαν να τα εξηγήσουν διότι έβλεπαν τεράστιες υπαρξιακές συνέπειες στο περί Αγίας Τριάδος δόγμα.
Αυγουστίνο, ο οποίος κινείται εντελώς διαφορετικά στη θεολογία, μη έχοντας υπ’ όψιν προ παντός τη θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων – και πρέπει αμέσως να σημειώσουμε ότι η θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων ποτέ δεν αφομοιώθηκε στη Δύση μέχρι και σήμερα. Και το FILIOQUE έχει κάτι να κάνει μ’ αυτό το πρόβλημα, όπως θα δούμε. Και όχι μόνο το FILIOQUE αλλά και πάρα πολλά άλλα προβλήματα διαφορών Ανατολής και Δύσεως οφείλονται στο γεγονός ότι η θεολογία  των Καππαδοκών δεν αφομοιώθηκε στη Δύση ιστορικά. Μεσολάβησε η θεολογία του Αυγουστίνου, η οποία κυρίως μέσω των Φράγκων έγινε η θεολογική σημαία της Δύσεως σε αντιπαράθεση προς την ανατολική θεολογία και από εκεί ακολούθησαν τα τεράστια θεολογικά προβλήματα. Αλλά οι ρίζες των προβλημάτων βρίσκονται στο γεγονός ότι η θεολογία των Καππαδοκών δεν αφομοιώθηκε στη Δύση, και αντ’ αυτής καθιερώθηκε η θεολογία του Αυγουστίνου. Ποια είναι, λοιπόν, η θεολογία του Αυγουστίνου;
Ο Αυγουστίνος ασχολείται κυρίως με το δόγμα περί Θεού στο έργο του «Περί Αγίας Τριάδος» (DE TRINITATAE). Εκεί προσπαθεί όχι τόσο πολύ να εκθέσει το δόγμα περί Αγίας Τριάδος, όσο να βρει τρόπους με τους οποίους να κάνει αυτό το δόγμα κατανοητό, να βρει αναλογίες στην ανθρώπινη ύπαρξη και να βοηθήσει κατά κάποιον τρόπο το σκεπτόμενο άνθρωπο να μην απορρίψει το δόγμα περί Αγίας Τριάδος, το οποίο είναι εκ πρώτης όψεως τόσο δύσκολο να το δεχθεί ο ανθρώπινος νους. Και ψάχνοντας να βρει τις αναλογίες με την ανθρώπινη ύπαρξη, κάνει απ’ την αρχή ένα μεγάλο λάθος, το οποίο σημαδεύει όλη την περαιτέρω πορεία στη θεολογία περί Αγίας Τριάδος. Το λάθος είναι ότι αναζητεί την αναλογία ή το μοντέλο στον ένα και μόνο άνθρωπο, ενώ οι Καππαδόκες Πατέρες δεν μπορούσαν ποτέ να δουν την αναλογία της Τριάδος παρατηρώντας έναν άνθρωπο. Χρειάζονταν πάντοτε τρεις ανθρώπους για να κάνουν την αναλογία. Δηλαδή, ενώ για τους Καππαδόκες το κάθε θείο πρόσωπο ήταν μια πλήρης υπόσταση, ένα πλήρες ον, (κι επομένως αν παίρναμε μια πλήρη αντιστοιχία με την ανθρώπινη εμπειρία μας θα ‘πρεπε να πάρουμε τον Πέτρο, τον Κώστα και τον Γιάννη για να σχηματίσουμε την τριάδα), με τον Αυγουστίνο γίνεται αυτό ακριβώς το λάθος, ότι νομίζει πως την Τριάδα μπορεί να την βρει μόνο στον Κώστα, μελετώντας δηλαδή μόνο έναν άνθρωπο.
Προσέξτε, πώς οδηγείται η σκέψη του. Παρατηρώντας έναν μόνο άνθρωπο βλέπει, - υπό την επίδραση του Νεοπλατωνισμού που έφερε, - το ουσιώδες πράγμα στον άνθρωπο να είναι ο νους, με την πλατωνική άποψη, ότι τι είναι αυτό που με κάνει εμένα να είμαι εγώ; Ο νους μου. Και αυτό οδηγεί μετά σε αυτό που ξεκινάει από τον Αυγουστίνο, και το ανέπτυξε ο Καρτέσιος και όλη η Δυτική σκέψη, η οποία έχει όλη αυτή την ενδοστρέφεια του να αναζητώ τη συνείδησή μου, μόνος μου να μπορώ να βρω τον εαυτό μου χωρίς να έχω ανάγκη να κοιτάξω κανέναν δίπλα μου. Η δυνατότητα του να σκέπτομαι, του να έχω συνείδηση του εαυτού μου, είναι το κλειδί της κατανοήσεως της υπάρξεώς μου. «COGITO ERGO SUM», εννοώ άρα υπάρχω. Επομένως αρκεί να πεις ότι υπάρχεις, αρκεί να είσαι μόνος σου, να μελετήσεις την ύπαρξή σου. Και γι’ αυτό δεν χρειάζεται να κοιτάξεις γύρω σου. Κοιτάζοντας, λοιπόν, τον έναν άνθρωπο, ψάχνουμε να βρούμε μέσα εκεί αναλογίες που θα μας δώσουν την έννοια της τριαδικής υπάρξεως. Βρίσκουμε τα εξής στοιχεία τα οποία απομονώνει ο Αυγουστίνος, και πάνω στα οποία χτίζει την τριαδική του θεολογία:
Α. Βασικό στοιχείο είναι ο νους.
Β. Αυτός ο νους έχει ως βασικό στοιχείο του την μνήμη, από την οποία πηγάζει όλη η ύπαρξή του.
Προσέξτε, γιατί η μνήμη έχει τόση σημασία. Είναι η πλατωνική ιδέα της αναμνήσεως. Όλα όσα εννοούμε, σκεπτόμαστε και γνωρίζουμε, είναι αποθηκευμένα μέσα μας. Ο καθένας μας έχει με την ψυχή, η οποία είναι αυτή που αιώνια υπάρχει, μέσα του μιαν αποθήκη, ας πούμε, της αλήθειας. Και η γνώση για την πλατωνική αντίληψη δεν είναι παρά η ανάμνηση αυτής της αλήθειας, η οποία παράγεται από το στερητικό «α» και τη «λήθη», «α-λήθεια». Όταν πάψεις αν ξεχνάς, τότε βρίσκεις την αλήθεια. Δηλαδή βγαίνει από τη λήθη η γνώση και η πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει πως η μνήμη είναι η πηγή της υπάρξεως. Ο νους του ανθρώπου έχει μια πηγή, τη μνήμη, απ’ την οποία βγαίνει η ύπαρξή μας. Εάν τώρα πάρουμε από τον Αθανάσιο και από τους Καππαδόκες την παραδοσιακή έκφραση «πηγή της θεότητας», θα δούμε ότι οι Καππαδόκες Πατέρες δεν επέμεναν πολύ στην έννοια της πηγής, γιατί η πηγή έχει τη σημασία της αναγκαστικής αναβλύσεως. Αυτή την παραδοσιακή εικόνα της πηγής την παίρνει ο Αυγουστίνος, την μεταφράζει από τα ελληνικά κείμενα και έτσι ταυτίζεται η πηγή με τον Πατέρα. Επίσης υπάρχει και ο όρος αρχή. Πηγή και αρχή. Κι αυτό χρησιμοποιείται επίσης από τον Αθανάσιο και τους Καππαδόκες, αλλά χωρίς οι τελευταίοι να επιμένουν πολύ σ’ αυτό. Λένε ότι Πατήρ είναι η πηγή ή είναι η αρχή, αλλά το χρησιμοποιούν σαν να λένε «η αιτία». Είναι λεπτές οι διαφορές στους όρους αυτούς. Λοιπόν η πηγή και η αρχή, όλα αυτά, είναι ο Πατήρ και όλα αυτά είναι η μνήμη. Για την ανθρώπινη ψυχολογία η μνήμη είναι η πηγή από την οποία αναβλύζει πρωταρχικά η γνώση. Η γνώση είναι βασικό χαρακτηριστικό του νου και του ανθρωπίνου όντος.
Ο Θεός είναι ο Νους. Ο νους έχει μια πηγή γνώσεως και η γνώση, η οποία παράγεται είναι ο Λόγος, το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.
Για να αποδείξει ότι ο Θεός σαν νοητικό ον και μάλιστα ως Νους κατ’ εξοχήν έχει γνώση, δεν είναι άνευ γνώσεως, πιστεύει ότι ακριβώς ο Λόγος του Θεού είναι ο τρόπος με τον οποίον ο Θεός γνωρίζει. Αλλά η γνώση πάντοτε αντλείται από τη μνήμη – και αυτό το αναλύει πολύ λεπτομερώς. Δεν θα γνώριζα ποτέ αυτό το τραπέζι αν η έννοια του τραπεζιού δεν ήταν μέσα μου εναποθηκευμένη στο ταμείο της μνήμης. Είναι βασική πλατωνική θέση ότι οι ιδέες όλων των πραγμάτων είναι μέσα μας αποθηκευμένες. Όταν, λοιπόν, γνωρίζω αυτό το τραπέζι, τότε μέσα από την πηγή που είναι η μνήμη, βγαίνει η γνώση του τραπεζιού. Εάν δεν γνωρίζω τίποτα, τότε σημαίνει ότι δεν είμαι ενεργός νους. Για να είμαι ενεργός νους πρέπει να έχω λόγο και ο Θεός είναι ενεργός Νους, και έχει Λόγον. Και ο Λόγος σημαίνει γνώση. Από την πηγή, λοιπόν που είναι ο Πατήρ, βγαίνει η Γνώση, που είναι ο Λόγος, η γνώση την οποία έχει ο Θεός. Αλλά γνώση τίνος; Αφού δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός του Θεού. Γνωρίζει φυσικά τον Εαυτό Του, είναι μια αυτογνωσία. Ο Λόγος γνωρίζει τον Πατέρα, έχει ως αντικείμενο της γνώσεώς Του τον Πατέρα και συνεπώς έχουμε έναν κύκλο, μια αυτογνωσία του Θεού.
Αλλά σύμφωνα πάλι με μια βασικά πλατωνική αρχή, ο Θεός δεν είναι μόνο ο Νους, αλλά είναι και το απόλυτο Αγαθό. Το απόλυτο Αγαθό δεν είναι μόνο ο Νους αλλά ο αγαθός Νους. Κατά τον Πλάτωνα το αγαθό έλκει πάντοτε την αγάπη και τον έρωτα, όπως και το καλό και η ωραιότητα. Όπως το κάλλος προκαλεί τον έρωτα, έτσι και το αγαθό προκαλεί τον έρωτα, την αγάπη. Αφού, λοιπόν, ο Θεός είναι το αγαθό και αφού δεν υπάρχει άλλο αγαθό εκτός απ’ Αυτόν, σε ποιον προκαλεί τον έρωτα; Ο Λόγος είναι μια ετερότητα απέναντι στον Πατέρα και Τον γνωρίζει, οπότε γνωρίζοντάς Τον, Τον γνωρίζει ως Αγαθό και τότε γεννιέται ο έρως, η αγάπη προς το Αγαθό, που είναι ο Πατήρ. Αυτή η αγάπη μεταξύ Υιού και Πατέρα είναι το Πνεύμα. Το Πνεύμα είναι ένας τρίτος τρόπος ύπαρξης, με τον οποίον ο Πατήρ αγαπά τον Υιό και ο Υιός τον Πατέρα και είναι, όπως λέει ο Αυγουστίνος «NEXUS AMORIS», δεσμός, σύνδεσμος αγάπης, μεταξύ του Πατρός και του Υιού. Το Πνεύμα έχει αυτήν την, ας την πούμε, υποστατική ιδιότητα.
Γεννιέται όμως το εξής σπουδαίο πρόβλημα: Όπως βλέπετε, αν δεχθείτε τον Πατέρα ως την μνήμη, τον Υιό ως την γνώση και το Πνεύμα ως την αγάπη, έχετε αμέσως τρεις ξεχωριστούς τρόπους δηλώσεως και περιγραφής του περιεχομένου του κάθε προσώπου. Το κάθε πρόσωπο έχει μια δική του λειτουργία θετική, έχει ιδιότητες υποστατικές. Ο Υιός έχει την ιδιότητα και το περιεχόμενο της γνώσεως, το Πνεύμα έχει το περιεχόμενο της αγάπης. Επομένως υπάρχει τρόπος εδώ να περιγράψουμε θετικά τις υποστατικές ιδιότητες των τριών Προσώπων. Εάν το συγκρίνετε αυτό με τους Καππαδόκες Πατέρες και γενικά τους Πατέρες της Ανατολής, θα δείτε ότι κάτι τέτοιο είναι γι’ αυτούς αδύνατο. Αποφεύγουν με κάθε τρόπο να δώσουν περιεχόμενο θετικό στις υποστατικές ιδιότητες. Όταν καλούνται να δώσουν μιαν απάντηση ποια είναι η ιδιότητα η υποστατική του Υιού, ποια του Πνεύματος και , το σπουδαιότερο, σε τι διαφέρει η γέννηση από την εκπόρευση, αποφεύγουν να προσδιορίσουν τη διαφορά μεταξύ γεννήσεως και εκπορεύσεως. Γιατί; Δεν θέλουν να δώσουν περιεχόμενο θετικό στις Υποστάσεις. Ο Υιός διαφέρει από τον Πατέρα γιατί δεν είναι Πατήρ και το Πνεύμα δεν είναι Υιός κ.ο.κ. Έτσι λέμε ότι είναι ακοινώνητες οι υποστατικές ιδιότητες.
Ενώ στον Αυγουστίνο δίνεται θετικό περιεχόμενο σε κάθε θεία Υπόσταση. Αμέσως δημιουργείται ο κίνδυνος του ανθρωπομορφισμού, τον οποίον ακριβώς οι ανατολικοί Πατέρες προσπαθούν να αποφύγουν. Με τον Αυγουστίνο όμως ο ανθρωπομορφισμός μπήκε στη Δυτική θεολογία. Και χρησιμοποιούν μετά άλλους τρόπους για να τον αποφύγουν με διάφορες καινοτομίες που εισάγουν στη θεολογία, αλλά όταν λέμε ότι: ο Υιός είναι η γνώση ή το Πνεύμα η αγάπη, αυτό που κάνουμε είναι να προβάλλουμε μέσα στο Θεό ψυχολογικές ιδιότητες και εμπειρίες που τις παίρνουμε από τον άνθρωπο. Και έτσι η Τριάς γίνεται σύμπλεγμα, ένα σύνολο ψυχολογικών σχέσεων. Και δεν πρόκειται, επομένως γι’ αυτό για το οποίο θέλησαν να μιλήσουν οι Καππαδόκες.
Αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο εκεί, διότι ακριβώς επειδή δίδεται αυτό το ανθρωπομορφικό περιεχόμενο, το ψυχολογικό περιεχόμενο, χρειάζεται ένας τρόπος για να αναφερθούμε στον Θεό πιο πάνω και πιο πέρα από αυτή την ανθρωπομορφική, ψυχολογική εμπειρία. Και γι’ αυτό ο Αυγουστίνος δεν βλέπει την Αγία Τριάδα σαν το πρωταρχικό κατηγόρημα της υπάρξεως του Θεού. Ενώ, όπως είπαμε προηγουμένως, για τους Καππαδόκες είναι απαραίτητο να αρχίσει κανείς από την Τριάδα, γιατί αρχίζει από τον Πατέρα και δεν μπορείς να ξεφύγεις την Τριάδα, αφού αρχίζει με το Πρόσωπο του Πατρός. Ο Αυγουστίνος δεν έχει ως πρωταρχικό το πρόσωπο, γιατί δεν αρχίζει από τον Πατέρα. Ως προς την τριαδική ύπαρξη θεωρεί τον Πατέρα πηγή, αρχή κ.λ.π. Αλλά ως προς αυτό που λέμε: «ο Θεός», αυτό δεν ταυτίζεται με τον Πατέρα, όπως συμβαίνει με τους Καππαδόκες και γενικά τους Ανατολικούς Πατέρες. Ο Θεός ταυτίζεται στον Αυγουστίνο με την ουσία του Πατρός. Υπάρχει δηλαδή αυτό που οι Ανατολικοί ονομάζουν: «θεότητα». Υπάρχει διαφορά μεταξύ της λέξεως «ο Θεός» και της λέξεως: «η θεότης». Η θεότης είναι ταυτόσημη με την ουσία, ενώ ο Θεός είναι ο Πατήρ («ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού»).
Αυτή η θεότης, λοιπόν, μεταφράζεται με την έννοια της DIVINITAS που έχει τη σημασία της ουσίας. Στον Αυγουστίνο είναι σαφές ότι η θεότης είναι απρόσωπη, μια θεία ουσία. Έτσι προηγείται ο ένας Θεός, η ουσία και έπεται η Τριάς λογικά, ως τρόποι με τους οποίους αυτός ο ένας Θεός, η μία ουσία, υφίσταται. Δηλαδή και ο Πατήρ είναι δευτερογενής έννοια εν σχέσει με τον Θεό. Εδώ είναι το πολύ μεγάλο λάθος. Ποιος είναι ο ένας Θεός; Είναι μονοθεϊστές οι Πατέρες. Αλλά ποιος είναι ο ένας Θεός στον οποίο πιστεύουν όλοι όταν λένε: «πιστεύω εις έναν Θεόν»; Εάν πούμε ότι ο ένας Θεός είναι η ουσία (έτσι έκανε ο Αυγουστίνος), τότε οι τρεις Υποστάσεις και ο Πατήρ και ο Υιός και το Πνεύμα, τοποθετούνται στην ίδια μοίρα από πλευράς οντολογικής υπάρξεως. Δεν είναι πλέον η αιτία ο Πατήρ με την απόλυτη οντολογική σημασία. Είναι μια «πηγή» αλλά μια «πηγή» με την έννοια της θεότητος, με τη σημασία ότι η θεότης προηγείται, προϋπάρχει. Δεν είναι Αυτός που κάνει την ουσία να υπάρχει. Ο ένας Θεός, λοιπόν, είναι μια ουσία. Και αυτό ακούγεται και από πολλούς Ορθοδόξους, ότι ο ένας Θεός είναι η μία ουσία. Δεν είναι η ουσία. Ο ένας Θεός είναι ο Πατήρ για εμάς.
Τώρα, τι σημασία έχει το ότι τοποθετεί τον ένα Θεό στην ουσία και δίνει βασικά προτεραιότητα στην ουσία; Η σημασία είναι η εξής: Χάνουμε την έννοια της αιτιότητας και χάνουμε την έννοια της ελευθερίας στην ύπαρξη του Θεού. Η ουσία όταν απομονωθεί και είναι απρόσωπη, δημιουργεί κατ’ ανάγκην την ύπαρξη του Θεού. Διότι η ουσία περιέχει το στοιχείο της αναγκαιότητας. Η ουσία είναι αυτό που υπάρχει και δεν ρωτάμε γιατί και πώς υπάρχει. Όταν ρωτήσουμε το «γιατί» και το «πώς», τότε φεύγουμε από την ουσία και πηγαίνουμε στις υποστάσεις. Το πώς υπάρχει κάτι, θέτει το ερώτημα της υποστάσεως. Όταν λες «ουσία» δεν ρωτάς το «πώς». Το πώς είναι το ερώτημα πλέον του προσώπου, ή το ερώτημα της υποστάσεως. Με την ουσία απλώς καταθέτεις μιαν οντολογική θέση. Ο Θεός υπάρχει. Κι ακόμη εννοείς μ’ αυτό ότι δεν είναι μια άλλη ουσία. Δεν είναι άνθρωπος, είναι Θεός. Το πώς υπάρχει αυτή η ουσία είναι το πρόβλημα της υποστάσεως. Για τους Καππαδόκες δεν μπορεί το πώς να ακολουθήσει το ότι υπάρχει. Διότι χωρίς το πώς, δεν υπάρχει ό,τι υπάρχει. Αυτό θα πει το ότι δεν υπάρχει ουσία «γυμνή».
Συνεπώς δεν μπορούμε να δώσουμε προτεραιότητα στην ουσία. Στον Αυγουστίνο όμως δίδεται προτεραιότητα στην ουσία. Πρώτα λέμε ότι ο Θεός υπάρχει και μετά ρωτούμε πώς υπάρχει. Εξ’ ού και αυτό που συνέβη στη Δύση. Δύο πράγματα συνέβησαν στη Δύση: Το ένα δυστυχώς ισχύει και για μας. Η θεολογία στο Δυτικό Μεσαίωνα διήρκεσε, υπό την επίδραση της διδασκαλίας του Αυγουστίνου την δογματική, στο κεφάλαιο του ενός Θεού πρώτα, και μετά στο κεφάλαιο περί της Αγίας Τριάδος. Πώς να μιλήσεις περί του ενός Θεού, εάν δεν μιλήσεις περί Αγίας Τριάδος, όταν δέχεσαι την εξίσωση: ένας Θεός ίσον ο Πατήρ;  Για τον Αυγουστίνο δεν υπάρχει το πρόβλημα γιατί δεν δέχεται την εξίσωση. Γι’ αυτόν η εξίσωση είναι ένας Θεός ίσον μία ουσία. Λοιπόν, κατ’ αυτόν, θα μιλήσουμε πρώτα για τον ένα Θεό ως ουσία. Για τις ιδιότητες της ουσίας. Και περιλαμβάνεται εκεί η απαρίθμηση των ιδιοτήτων του Θεού. (Δυστυχώς το ίδιο γίνεται και στις δικές μας σύγχρονες Δογματικές).
Αυτό είναι το πρώτο λάθος και αναφέρεται στη μεθοδολογία της Δογματικής. Υπάρχει όμως και ένα άλλο μεγάλο λάθος ως προς την έννοια του μονοθεϊσμού, το οποίο ακόμη μας ταλαιπωρεί και εμάς τους Ορθοδόξους. Λέμε ότι υπάρχουν μονοθεϊστικές θρησκείες, που δέχονται έναν Θεό, ενώ υπάρχουν και πολυθεϊστικές που δέχονται πολλούς θεούς. Και σήμερα προσπαθούμε πάνω σε κοινή βάση όλες οι μονοθεϊστικές θρησκείες να δούμε ότι ταυτιζόμαστε. Όλα αυτά ξεκινάνε από αυτή τη διάκριση που κάνει ο Αυγουστίνος, και που επιτρέπει να γίνει λόγος για «θεότητα» ή για «θρησκευτικότητα». Αυτή η αντίληψη είναι τόσο ριζωμένη, ώστε δύσκολα βγαίνει από το μυαλό μας. Ενώ το πώς υπάρχει ο Θεός είναι τόσο πρωταρχικό, όσο και το αν υπάρχει και το αν είναι ένας. Η Τριάς, επομένως είναι για εμάς τους Ορθοδόξους η προϋπόθεση για κάθε συζήτηση περί μονοθεϊσμού. Αυτό στα όρια του διαλόγου με τις άλλες θρησκείες.
Υπάρχουν άλλοι τρόποι να προσεγγίσει κανείς το θέμα του μονοθεϊσμού, αλλά αυτά δεν τα έχουμε ακόμη δουλέψει. Εκείνο πάντως που έχει σημασία είναι ότι μεταξύ του Αυγουστίνου και της Ανατολής υπάρχει το χάσμα της προτεραιότητας της ουσίας, η οποία ταυτίζεται με τον ένα Θεό, ενώ για μας ο ένας Θεός είναι ο Πατήρ.
Από αυτά προκύπτουν και οι τεράστιες διαφορές που έχουμε και ως προς ένα ειδικό σημείο, το FILIOQUE, το οποίο θα εξετάσουμε αργότερα.

Και εντέλει κάποια συμπεράσματα δικά μου... Θεολογικά, δογματικά, ηθικά, κοινωνικά... Μέσα από την ανάγνωση των σελίδων της δογματικής αλλά και μέσα από την αναζήτηση εκκλησιαστικού και ορθοδόξου ήθους:
1)     Σχέση και διάσπαση. Σύμφωνα με το ήθος του προσώπου, η ζωή βρίσκεται στη σχέση με τον άλλο άνθρωπο, στην αποδοχή της ετερότητάς του και την απόρριψη της ιδιοτέλειας. Αυτό είναι ένα βασικό στοιχείο που λείπει από τον πολιτισμό της νεωτερικότητας, όπου βασιλεύει η ατομική μοναξιά, η αλλοτρίωση, η διάσπαση, ο χωρισμός κι η αποξένωση. Στον πολιτισμό της νεωτερικότητας η παρουσία των άλλων ανθρώπων αποτελεί την κόλαση του ανθρώπου όπως εντελώς ενδεικτικά αλλά και σχηματικά κατήγγειλε ο θεατρικός Jean Paul Sartre στο περίφημο έργο του Huis Clos (Κεκλεισμένων των θυρών). Ζητούμενο λοιπόν είναι η σχέση, διότι:
i)                 η σχέση είναι η ζωή. Ζει μόνον ό,τι και όποιος σχετίζεται, δηλαδή επικοινωνεί, ανταλλάσσει ενέργεια με το περιβάλλον του και ζει τόσο χρόνο όσο διαρκεί η σχέση του
ii)               Η ύπαρξη είναι συνύπαρξη. Σύμφωνα με το ήθος του προσώπου, το υποκείμενο αναδύεται στον τόπο του άλλου: δεν υπάρχει πρόσωπο χωρίς σχέση, χωρίς αλληλοπεριχώρηση και σχέση κοινωνίας με ένα άλλο πρόσωπο επίσης. Η συνύπαρξη με το συνάνθρωπο, με τον έτερο, τον διαφορετικό, τον ανόμοιο, τον κόσμο ή τον Θεό, αποτελεί γεγονός ζωής.
iii)              Επιβιώνει όποιος συμβιώνει. Το ευχαριστιακό εκκλησιαστικό ήθος, μας τοποθετεί στο πλαίσιο της συμβίωσης με το συνάνθρωπο με τον οποίο συνυπάρχουμε. Αν δεν φροντίσουμε να αποδεχθούμε τη δωρεά του κόσμου και να την «αναφέρουμε» στο δημιουργό, τότε γινόμαστε δέσμιοι του οικολογικού προβλήματος, ανίκανοι να συμβιώσουμε, καχεκτικοί και μίζεροι μέσα στην αυταρέσκεια μιας καταδικασμένης και θνησιγενούς επιβίωσης.
iv)              Ο Λόγος είναι Διάλογος. Εφόσον σχετιζόμαστε, συνυπάρχουμε, συμβιώνουμε για να ζήσουμε, ο λόγος μας, ως λόγος κοινωνίας δεν είναι ούτε μονόλογος ούτε αντίλογος «καθ’ ό,τι αν κοινωνήσωμεν, αληθεύομεν, ά δε αν ιδιάσωμεν, ψευδόμεθα».
v)               Ήθος είναι ο Θεός. Το ήθος είναι ο Θεός που δημιουργεί, που ενσαρκώνεται, πάσχει, ανίσταται εκ των νεκρών. «Χωρίς Θεό προσωπικό και δημιουργικό, ενσαρκωμένο και αναστημένο, δεν μπορεί να πραγματωθεί ήθος συμβιωτικό. Χρειάζεται το προσωπικό βίωμα μιας ορισμένης και ανεπανάληπτης ιστορικής ύπαρξης, που δίνει το παράδειγμα της αυτοθυσίας με την κένωση του Σταυρού και την «καίνωση» της Ανάστασης. Κι αυτός είναι ο Χριστός. Η θεολογία παραπέμπει στο συμβιωτικό ήθος, αλλά μόνον η Εκκλησία ζει την πραγματικότητά του κάθε φορά που τελεί την Θεία Ευχαριστία» (Μάριος Μπέγζος).
2)     Ελευθερία και αγάπη αποτελούν τα απόλυτα μεγέθη της ορθόδοξης θεολογίας. Ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο από αγάπη και με ελευθερία, χωρίς καμιά ανάγκη, απλώς επειδή επιθυμεί να επικοινωνεί με το έτερό του που είναι ο άνθρωπος και ο κόσμος. Ο Θεός από αγάπη ενανθρωπίζεται για να θεωθεί ο άνθρωπος με ελευθερία. Προϋπόθεση της αγάπης είναι η ελευθερία αλλά και η αγάπη είναι το όριο της ελευθερίας. Ελευθερία χωρίς αγάπη είναι μια ανέραστη ελευθερία της δυστυχίας και της μοναξιάς. Από την άλλη, ανελεύθερη αγάπη, μοιάζει με τυραννία. Αμέτρητα παραδείγματα στην πολιτική ιστορία της ανθρωπότητας, αποδεικνύουν ακριβώς αυτό: ότι ακόμη και η πιο θυσιαστική αυταπάρνηση και επαναστατικότητα για το «καλό» του κόσμου και τη «λευτεριά», σπέρνει τυραννίες επειδή επαγγέλλεται μιαν ανέραστη ελευθερία (η γαλλική επανάσταση οδηγεί στην τυραννία του Βοναπάρτη, η επανάσταση των σοβιέτ στον σταλινισμό κ. ο. κ.).

Η δικανική ηθικολογία, ο τυραννικός επουράνιος χωροφύλακας, η κληρικαλιστική ιδιοτέλεια, είναι παράγοντες που εμφανίστηκαν στην ανθρώπινη ιστορία, στην ιστορία της Εκκλησίας και αλλοίωσαν το χριστιανικό ήθος. Η διαφανείσα αντίδραση του ανθρώπου στην ηθική τυραννία που προέκυψε από αυτούς τους παράγοντες, συνέχισε την τυραννική διαδρομή της ιστορίας της ηθικής: βασανιστική συμβατική ηθική χωρίς αγάπη ή χωρίς ελευθερία και εν τέλει χωρίς κανέναν σκοπό. Ύστερα μάλιστα και από την διαρκή τεχνολογική και επιστημονική επανάσταση, προκύπτει μια διαρκής ανακύκλωση συνεχούς ηθικολογίας με στόχο την εδώ και τώρα ευδαιμονία ή τη μεταφυσική βεβαιότητα. Η αναζήτηση της μεταφυσικής βεβαιότητας από ένα ιστορικό σημείο και  έπειτα, μόλυνε θανάσιμα και την ορθόδοξη ανατολή: πιετισμός, ευσεβισμός, ηθικισμός είναι τρεις παραλλαγές του ίδιου λάθους της ανθρώπινης ιδιοτέλειας. Του λάθους που απογειώνει το συμπεριφορισμό, τον πουριτανισμό, τον συναισθηματισμό ως κώδικες καλής χριστιανικής συμπεριφοράς, που δυστυχώς είναι εντελώς ξένοι από το ασκητικό ήθος της Εκκλησίας. 

Το ακόμη χειρότερο σε τούτη την ανελευθερία και την ανέραστη μιζέρια είναι ότι και στην ορθόδοξη ανατολή, ως αντίδραση εμφανίστηκε ένα αντιευσεβιστικό κίνημα, που διάβρωσε ακόμη περισσότερο το ήθος της ορθόδοξης ανατολής προάγοντας είτε έναν άγονο ζηλωτισμό με φονταμενταλιστικές προεκτάσεις, είτε ένα άκριτο εθνικοπατριωτισμό, είτε –αλοίμονο- μια θεραπευτική αντίληψη της εκκλησιολογίας που αποδέχεται την ευχαριστία ως περίπου αντιβιοτικό ή παυσίπονο χάπι θρησκευτικού ευδαιμονισμού: στρατιές προσκυνητών ιερών μονών, όπου γίνεται αναζήτηση συμβουλών από γέροντες καθοδηγητές εν είδει «γκουρού» άλλων ανατολικών θρησκευμάτων, απορρίπτοντας έμπρακτα κάθε στοιχείο ενορίας ή επισκοπής, ιεραποστολικός ζήλος εφαρμογής μοναστικών προτύπων μέσα στον κόσμο, είναι τυπικά δείγματα αυτής της αλλοτρίωσης. Από την άλλη, η λειτουργική τυπολατρεία προς εξυπηρέτηση θρησκευτικών αναγκών μιας απρόσωπης ανθρώπινης αγέλης, η νεκρή κηρυγματική ηθικολογία που καταστρέφει διαρκώς τη Θεία Λατρεία, η ακατανόητη γλώσσα τέλεσης των λειτουργικών δρώμενων, η νεκρή συμβολική γλώσσα, η κυριαρχία μιας νεοβυζαντινής κακογουστιάς, μοιάζουν να ικανοποιούν ένα θρησκευτικό ευδαιμονικό καταναλωτισμό που τελικά αναπαράγει «την θλιβερή μοναξιά και το αφανισμένο παρόν». Συνακόλουθα, μια καλλιτεχνική νέκρωση όπου στρέμματα ναών ζωγραφίζονται χωρίς καμιά φιλοκαλική ή αισθητική διάθεση, απλώς και μόνο με τη λογική της αναπαραγωγής (στην καλύτερη περίπτωση)  υστεροβυζαντινών ή μεταβυζαντινών προτύπων, ή χωρίς καμιά αίσθηση μέτρου και ρυθμού στην μουσική εκκλησιαστική έκφραση, επιτείνουν την αλλοίωση του χριστιανικού ήθους.