Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Λίγες και μία σκέψεις για το νέο μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού

Αποτέλεσμα εικόνας για λιγες και μια νυχτες
Απ’ όλες τις πόλεις της Ελλάδας, εκείνη που έχει την πιο ενδιαφέρουσα, την πιο περιπετειώδη, την πιο τραγική, την πιο «μυθιστορηματική» εξέλιξη και ιστορία μέσα στον εικοστό αιώνα είναι αναμφίβολα η Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη υπήρξε ακμάζουσα πολυπολιτισμική πολιτεία στην οθωμανική αυτοκρατορία· ήταν το επιστέγασμα των ελληνικών κατακτήσεων στους Βαλκανικούς πολέμους· αποτέλεσε την έδρα του κινήματος των Νεοτούρκων, της κυβέρνησης Εθνικής Άμυνας στον Εθνικό Διχασμό, αλλά και του συμμαχικού στρατού στο Μακεδονικό Μέτωπο κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο· έγινε βορά της μεγάλης πυρκαγιάς που κατέστρεψε το μεγαλύτερό της τμήμα το 1917· αναγεννήθηκε· έγινε προσφυγομάνα στην καταστροφή του ’22· έχασε σταδιακά τις βασικές, πλην της ελληνικής, κοινότητές της, τη βουλγαρική, την οθωμανική, την εβραϊκή· συνταράχθηκε από σκοτεινές πολιτικές δολοφονίες· βίωσε με τρόπο φοβικό την μετεμφυλιακή περίοδο, ούσα πλησίον του από βορρά κινδύνου, αλλά και με τρόπο ενοχικό το πρόσφατο παρελθόν της και τη βίαιη αλλοίωση του πληθυσμού της, ενός πληθυσμού που συνεχώς αλλάζει, όπως συνέβη με την υποδοχή χιλιάδων μεταναστών από τις πρώην σοβιετικές χώρες κατά την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα. Για χρόνια η πόλη εθελοτυφλούσε αποσιωπώντας την ιστορία της, επιδιδόμενη σε μια στείρα και μίζερη αντίληψη ηττοπαθούς και συμπλεγματικού ανταγωνισμού με την Αθήνα. Μόλις τα τελευταία χρόνια η πόλη, σε ποικίλα επίπεδα (πολιτικό, κοινωνικό, επιστημονικό και ερευνητικό, λογοτεχνικό κ.ά.), δείχνει να αλλάζει διάθεση και να αναμετράται με την πρόσφατη ιστορία της, να συναντά, δηλαδή, τον εαυτό της.
Μια σημαντική τάση της λογοτεχνίας της Θεσσαλονίκης των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα είναι η στροφή προς μια αναδίφηση πτυχών της ζωής της πόλης τον εικοστό αιώνα (π.χ. Σοφία Νικολαΐδου, Θωμάς Κοροβίνης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Βασίλης Τσιράκης κ.ά. ), μέσα από μυθιστορήματα όπου η μυθοπλασία συναντά την Ιστορία, όπου παράλληλα με την όποια μικροϊστορία των μυθιστορηματικών ηρώων παρακολουθούμε, ως αναγνώστες, να εξελίσσεται η κύρια Ιστορία. Ο Ισίδωρος Ζουργός, καταξιωμένος από αναγνωστικό κοινό και κριτικούς Θεσσαλονικιός συγγραφέας, τοποθετεί, σε όλα του σχεδόν τα έργα, τους ήρωές του αντιμέτωπους με την Ιστορία σε ένα χωρικό πλαίσιο όπου είναι πάντοτε παρούσα και η πόλη της Θεσσαλονίκης. Το νέο του μυθιστόρημα, το Λίγες και μια νύχτες, είναι ένα μυθιστόρημα με βασικό χωρικό άξονα τη Θεσσαλονίκη του 20ου αιώνα και διατρέχει σχεδόν ολόκληρο τον αιώνα.
Η ιστορία του έργου ξεκινά τον Απρίλη του 1909 όταν ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ φτάνει στην πόλη εξόριστος από τους Νεότουρκους που τον είχαν καθαιρέσει. Κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο Λευτέρης Ζεύγος, γιος ενός κηπουρού, που παιδί τότε βοηθούσε τον πατέρα του ενώ δούλευε ταυτόχρονα ως εφημεριδοπώλης. Την ίδια εποχή στη βίλα Αλλατίνι όπου κρατείται ο εξόριστος σουλτάνος ο Λευτέρης γνωρίζει το συναίσθημα του έρωτα στο πρόσωπο της νεαρής Μιρζά, κόρης του Αλπερέν Μπέη, ενός ντονμέ, εβραίου δηλαδή που έγινε μουσουλμάνος. Για λίγες νύχτες εκείνον το χρόνο, ο σουλτάνος, αντιστρέφοντας τους ρόλους από το Χίλιες και μια νύχτες, αφηγείται ιστορίες από τη ζωή του στη Μίρζα και κάθε βράδυ ο Λευτέρης τις κρυφακούει, κάνοντας όνειρα για τη ζωή του. Τη ζωή του Λευτέρη σε διάφορα χρονικά επίπεδα παρακολουθούμε στη συνέχεια του βιβλίου, τις μετακινήσεις του, τις περιπλανήσεις του, τις περιπέτειές του καθώς και τον διαρκή έρωτά του για τη Μίρζα: νεαρός στη Θεσσαλονίκη μπλεγμένος σε υποθέσεις του υποκόσμου αλλά και βοηθός του χρηματιστή Αλπερέν μπέη· στρατιώτης στην ουκρανική εκστρατεία μαζί με το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα συμμετέχοντας στον ρωσικό εμφύλιο·  φυγόστρατος στο Παρίσι με γαλλικό όνομα (Ευγένιος Ζιρντό) να προσπαθεί να πραγματοποιήσει το όνειρό του, να ανέλθει δηλαδή οικονομικά και ταξικά· κατάσκοπος στον Πειραιά στις υπηρεσίες του εμπόρου όπλων Μπαζίλ Ζαχάρωφ· (λαθρ)έμπορος στη Μασσαλία· επίδοξος λαθρέμπορος διαμαντιών στην Αμβέρσα· ευυπόληπτος διευθυντής κλωστοϋφαντουργίας στη Θεσσαλονίκη και εργολάβος οικοδομών στη συνέχεια.
Η αφήγηση όμως της ιστορίας του Λευτέρη/Ευγένιου και της Μίρζα διακόπτεται περιοδικά από της εξιστόρηση των γεγονότων μίας νύχτας του Ιουνίου του 1979, όπου τοποθετείται και το τέλος της ιστορίας. Στη διάρκεια της νύχτας αυτής ο Ορέστης, ένας νεαρός συγγραφέας, διαβάζει στον ηλικιωμένο πλέον Λευτέρη/Ευγένιο το μυθιστόρημα που έγραψε κατόπιν δικής του παραγγελίας με θέμα τη ζωή του. Το βιβλίο δηλαδή που ξεκινά με την εξιστόρηση των όσων διαδραματίστηκαν τον Απρίλιο του 1909 δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μια εγκιβωτισμένη αφήγηση στο πλαίσιο της συνεργασίας του συγγραφέα Ορέστη και του «πραγματικού» Λευτέρη/Ευγένιου τον Ιούνιο του 1979. Μέσα στο μυθιστορηματικό σύμπαν του βιβλίου επομένως διακρίνονται δύο επίπεδα: αυτό της μυθιστορηματικής αποτύπωσης του βίου του ήρωα στο βιβλίο που συνέγραψε ο Ορέστης και αυτό της «πραγματικής» ζωής, των πραγματικών γεγονότων του βίου του ήρωα. Με το εύρημα αυτό, ο αναγνώστης του βιβλίου έχει την (ψευδ)αίσθηση πως διαβάζει το βιβλίο με τα γεγονότα της ζωής του Λευτέρη/Ευγένιου ταυτόχρονα με τον ίδιο τον ήρωα, ενώ παράλληλα παρακολουθεί τις αντιδράσεις και τα σχόλιά του. Ταυτόχρονα παρακολουθεί την αγωνία του συγγραφέα για τον τρόπο πρόσληψης του βιβλίου του από τον πρώτο ακροατή του, καθώς είναι εκείνος που τελικά θα επιβεβαιώσει την αλήθεια των όσων αναγράφονται σε αυτό. Με το εύρημα αυτό ο Ζουργός ουσιαστικά συζητά το ζήτημα της σχέσης ζωής και τέχνης, το πρόβλημα της αποτύπωσης του πραγματικού κόσμου στον μυθιστορηματικό.
Στην ενίσχυση του μυθοπλαστικού, του παραμυθικού στοιχείου του έργου συμβάλει και η εμφάνιση στην ιστορία του μυθιστορήματος, ως δρώντων προσώπων, μυθιστορηματικών προσώπων από άλλα λογοτεχνικά έργα, όπως αυτό του Γιούγκερμαν, ο οποίος κατέχει ένα εξόχως κομβικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Στην ενίσχυση της ψευδαίσθησης πως τα όσα διαδραματίζονται τη μία νύχτα του Ιουνίου του 1979 αποτελούν την πραγματικότητα συμβάλουν οι ενστάσεις του γερασμένου πια Λευτέρη/Ευγένιου για την εμφάνιση του μυθοπλαστικού Γιούγκερμαν στο μυθιστόρημα της ζωής του και η αναφορά του στον τηλεοπτικό Γιούγκερμαν που εκείνη την εποχή ως σήριαλ είχε καθηλώσει τους τηλεθεατές στους δέκτες τους, ενσαρκωμένος από τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Το εύρημα της εμφάνισης του καραγατσικού ήρωα στο βιβλίο είναι ιδιαιτέρως επιτυχημένο και λειτουργικό. Άλλωστε ο ήρωας του Ζουργού, όπως και ο ήρωας του Καραγάτση, δεν είναι μονοδιάστατος, συνυπάρχουν σε αυτούς το καλό και το κακό, και διαθέτουν πολλά κοινά σημεία όπως η περιπετειώδης κοινωνική και οικονομική ανέλιξη, οι σχέσεις με τον υπόκοσμο, η σκληρότητα και ο κυνισμός, η αναζήτηση της αγάπης στο πρόσωπο μίας εκλεκτής αγαπημένης, η κατανόηση της ματαιότητας στην επιδίωξη κατάκτησης οικονομικής και κοινωνικής δύναμης.
Το πλούσιο πλέγμα διακειμενικών αναφορών που διαπερνούν το βιβλίο, οι σύνθετες αφηγηματικές τεχνικές που αξιοποιούνται από τον συγγραφέα (συγκριτικά τουλάχιστον με τα προηγούμενα έργα του Ζουργού, τη εξαιρέσει ίσως των Αποσπασμάτων από το βιβλίο του ωκεανού), η συλλειτουργία μυθοπλαστικών στοιχείων και ιστορικών ντοκουμέντων, ο πλούσιος σε περιπέτειες και μεταβολές βίος του κεντρικού ήρωα κ.ά., καθιστούν το νέο βιβλίο του Ζουργού, ειδικά για τους αναγνώστες εκείνους που δεν γνωρίζουν την προηγούμενή του δουλειά, ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ανάγνωσμα που λειτουργεί σε πολλά επίπεδα και κερδίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, προκαλώντας του συνάμα στιγμές γνήσιας αναγνωστικής απόλαυσης.
Παρά όμως τον φιλόδοξο σχεδιασμό του, και την αδιαμφισβήτητη τεχνική του μαεστρία, αίσθησή μου είναι πως το βιβλίο δεν διαθέτει την σαγήνη εκείνη που διέθεταν κάποια από τα προηγούμενά του βιβλία (όπως οι Σκηνές από το βίο του Ματίας Αλμοσίνο), δεν εκπέμπει τη συγκίνηση εκείνη που αβίαστα προκαλούσαν κάποια άλλα (όπως το Στη σκιά της πεταλούδας). Ίσως γιατί ο ήρωάς του δεν διαθέτει τη γοητεία και δεν κερδίζει τη συμπάθεια που χαρακτήριζαν τόσο άλλους δικούς του ήρωες όσο και το λογοτεχνικό του πρότυπο (εννοώ τον Γιούγκερμαν), ίσως γιατί ο έρωτας των δύο ηρώων δεν τεκμηριώνεται και δεν δικαιολογείται επαρκώς στο πρώτο μέρος του βιβλίου, φαντάζει κάπως προσχηματικός, ίσως γιατί ο Ζουργός δείχνει κάποιες στιγμές να επαναλαμβάνει τον εαυτό του παρουσιάζοντας τις περιπλανήσεις και τις μεταβολές της ζωής του βασικού του ήρωα, σκηνές, δηλαδή, από τον βίο του Λευτέρη Ζευγού.
Γνώμη μου είναι πως ο Ζουργός με το νέο του βιβλίο επιχείρησε, εκτός των άλλων, παράλληλα με την ιστορία του βασικού του ήρωα, ή μάλλον μέσω αυτής, να παρουσιάσει την ιστορία της Θεσσαλονίκης, να συνθέσει το μυθιστόρημα της πόλης κατά τον εικοστό αιώνα (δεν είναι τυχαίο ότι για τις άλλες πόλεις όπου μεταφέρεται η δράση, Μασσαλία, Αμβέρσα, Πειραιάς, δεν δίνονται παρά ελάχιστες ιστορικές ή τοπωνυμικές πληροφορίες· αντίθετα για τη Θεσσαλονίκη και ειδικά για τη Λεωφόρο των Εξοχών, το δρόμο σύμβολο δηλαδή της ευπορίας της πόλης, έχουμε πληθώρα πληροφοριών και περιγραφών). Εάν αυτός είναι ένας από τους βασικούς στόχους του Ζουργού, θεωρώ πως, σε ένα μεγάλο βαθμό,  τον κατορθώνει. Δύσκολο το εγχείρημα και αρκετά φιλόδοξο· λεπτές οι ισορροπίες και σύνθετες οι αφηγηματικές τεχνικές που απαιτούνται· χρειάζεται μαεστρία, γνώση και δεξιότητες, χρειάζεται ταλέντο. Ο Ζουργός αδιαμφισβήτητα διαθέτει τα παραπάνω και τα αποδεικνύει και σε αυτό το βιβλίο του. Όμως κάποιες φορές η Ιστορία δείχνει να κερδίζει τη μυθοπλασία, η ένταξη των ιστορικών πληροφοριών να γίνεται εις βάρος του μυθιστορήματος (π.χ. στην ένταξη των τίτλων των εφημερίδων της εποχής στον μυθοπλαστικό καμβά ή στην εξιστόρηση των όσων συνέβησαν κατά τα αφηγηματικά κενά μέσα από μακροσκελείς επιστολές ή διαλόγους που φαντάζουν σχετικά αφύσικοι), με άλλα λόγια η ιστορία της πόλης φαίνεται να γοητεύει τον Ζουργό περισσότερο από την ιστορία των ηρώων του.

του Χρήστου Δανιήλ.

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Μια συνάντηση τριών σχολείων με επίκεντρο τη μουσική: Ορχήστρα Κλασσικής Μουσικής Μουσικού Σχολείου Ρόδου - Μουσικά Σύνολα Γυμνασίων Ζηπαρίου & Αντιμάχειας Κω (Εστουδιαντίνα της Κωακής Ενδοχώρας)


Ο θέλων μουσικήν μαθείν
και θέλων επαινείσθαι
θέλει πολλάς υπομονάς
θέλει πολλάς ημέρας
τιμήν προς τον διδάσκαλον
δουκάτα εις τας χείρας
τότε να μάθει ο μαθητής
και τέλειος να γένει
(Παναγιώτης Χαλάτζογλου, Κωνσταντινούπολη, μέσα 17ου αιώνα).


Τι ωραία που τα έγραψε τούτος ο μουσικός του 1650; Σε λίγες γραμμές περιέγραψε όλη τη διαδικασία που χρειάζεται το παίδεμα με την τέχνη των μουσών…
Η μουσική είναι ιεροτελεστία και προσευχή, είναι παιδαγωγία και συνάμα πειθαρχία και σπουδή στην ομορφιά. Όσα από τα παιδιά περπατούν στους δρόμους της μουσικής, δεν αργεί η ώρα που τα βλέπουμε στο υψηλό επίπεδο της ομορφιάς και της άσκησης γοητείας που μας έκαναν οι 27 μαθητές και μαθήτριες του Μουσικού Σχολείου της Ρόδου.

Λέω «Ρόδος» και «Μουσικό Σχολείο» και η ανάμνηση με κάνει να γλυκαίνομαι. Χειμώνας του 2000 και εργαζόμουν ως καθηγητής Ελληνικής Παραδοσιακής Μουσικής στο Μουσικό Γυμνάσιο Σερρών. Το σχολείο μας τότε, έφευγε από κάτι υπόγεια και κάτι παράγκες, δίπλα σ’ ένα γενικό γυμνάσιο και έμπαινε σ’ ένα ολοκαίνουργιο παλάτι της μουσικής, το σημερινό του κτίριο. Ο Κώστας Τσαλαπάτης, ο διευθυντής, θέλησε να κάνουμε τα εγκαίνια του νέου κτιρίου με αδελφοποίηση μουσικών σχολείων των Σερρών, του Ιλίου και της Ρόδου. Έφτασαν 50 άτομα από τη Ρόδο. Όταν ξεκίνησαν οι Αθηναίοι, ήταν απλά καλοί. Εμείς ως Σερραίοι, ομοίως… Όταν ανέβηκαν στη σκηνή οι Ροδίτες, έσβησε ο ήλιος από ομορφιά και δύναμη.

Σκέφτομαι τα παιδιά μου, φυσικά και πνευματικά… Πώς θα γινόταν άραγε να έχουν για το σχολείο τους τούτη την αίσθηση υπεροχής και υπερηφάνειας που έχουν τα παιδιά της Ρόδου; Να έχουν την αίσθηση ότι το σχολείο τους είναι προίκα πολύτιμη για τη ζωή;
Είχα μια φοβία πριν τούτη την εκδήλωση… Ρώτησα τα δικά μου παιδιά που κάποια έδειχναν απρόθυμα μετά την συναυλία των Τριών Ιεραρχών.
[Βλέπεις… Στα γενικά σχολεία, τα ίδια παιδιά κάνουν μουσική, θέατρο, περιβαλλοντικά και πολιτιστικά προγράμματα… Αισθάνομαι συχνά ότι τούτα τα παιδιά, λιώνουν στη δουλειά!]
25 από τα 65 παιδιά μου, έδωσαν ενθουσιαστικά, και σχεδόν απαιτητικά το παρόν.

[Και να σκεφθεί κανείς ότι πέρυσι τούτα τα παιδιά είχαν φτάσει το μαγικό αριθμό των 93].

Μου ήταν δύσκολο να τους αρνηθώ την εκδήλωση, παρά το γεγονός ότι ήταν σχεδόν στο ένα τρίτο του δυναμικού μας. Δέχθηκα.

Η αδερφική μου φίλη και συνάδελφος στο 1ο Γυμνάσιο, η κυρία Βάσω Καλύβα, προθυμοποιήθηκε να φτιάξει κάποιο δρώμενο με δικούς της μαθητές, για ετούτη την συναυλία. Το είχαμε ξανακάνει στη συναυλία του χειμώνα.

Τότε αίφνης ήρθε η πρωτότυπη πρόταση…  Στα τέλη Μαΐου ή αρχάς Ιουνίου η Βάσω μου λέει:
-«Ξέρεις; Πήγα στη Ρόδο και γνώρισα ένα παλληκάρι που είναι μαέστρος στο Μουσικό Σχολείο. Νομίζω ότι μιλάμε την ίδια γλώσσα… Ενδιαφέρονται ως μουσικό σχολείο να κάνουν μια σχολική  εκδρομή στην Κω. Τι θα ‘λεγες να του λέγαμε να έρθουν και να παίξετε μαζί στην τελική σας εκδήλωση;».
-«Ε, και δεν του λες;….».
Όπερ και εγένετο… Μετά λίγες μέρες, δέχομαι τηλεφώνημα:
-«Ο κ. Τοπαλίδης;»
-«Μάλιστα!».

–«Ονομάζομαι Βαγγέλης Μάνδηλας, είμαι δάσκαλος μουσικής στο Μουσικό Σχολείο της Ρόδου». Φωνή γεμάτη αρχοντιά, ευγένεια, αυτοπεποίθηση και μηδενική διάθεση υπεροψίας. Η πρόταση είχε το χαρακτήρα εκδρομικής συναυλίας… Θα παίξουν τα παιδιά του, μαζί μας, είτε παράλληλα, είτε ταυτόχρονα, στο χώρο που θα μας παραχωρήσει ο Δήμος Κω, στο πλαίσιο του 2ου Μαθητικού Φεστιβάλ. Η μουσική συνάντηση κλείστηκε για τις 29 Ιουνίου ενώ η έλευση των εκδρομέων για τις 28.

Στην αντίστοιχη ανακοίνωσή μου στα παιδιά μου, αυτά δεν έδειξαν αρχικά να καταλαβαίνουν το εγχείρημα. Η συχνότητα των προβών όμως που τους ζήτησα, έκανε προφανή τη δική μου ένταση και μικρή αγωνία. Οι βασικές μου φωνές δεν κατάφεραν να έρθουν και να συμμετάσχουν σε πρόβες. Ευτυχώς το κύριο μέρος της ορχήστρας ξεπέρασε τα προβλήματα… Τι χρονιά κι αυτή!!! Σχεδόν όλα τα παιδιά μου έπιασαν δουλειά σε κάποια τουριστική επιχείρηση.

Την Τετάρτη 28 Ιουνίου, πήγα με τη Βάσω στο λιμάνι να υποδεχθώ τους «μουσαφιραίους» μας.


Εικόνα βαθιά ριζωμένη μέσα μου, αλλά και λιγάκι ξεχασμένη. Έρχεται από εκείνα τα καταπληκτικά χρόνια 2000 – 2005… Το πλοίο δένει και ξεπηδά μια πανέμορφη παρέα που στο ένα χέρι κρατά μια βαλίτσα ρούχων και στο άλλο χέρι ή στην πλάτη μια θήκη ή μια βαλίτσα με το πολυτιμότερο μέλος/συνέχεια του σώματός τους… Το μουσικό τους όργανο. Βιολιά, βιολοντσέλα, πνευστά,  διακρίνω μια δυο θήκες νυκτών εγχόρδων… Είπα, «πανέμορφη παρέα» και εξηγούμαι: μόνο μια παρέα μαθητών μουσικής μπορεί συνάμα να συζητά για όλα με αυτοπεποίθηση, να είναι πανέμορφη, να τραγουδά κλασσικά τραγούδια εν χορώ σε λιμάνια και σταθμούς, να έχει τέτοια αίσθηση καλλιέπειας που μόνο στις σχολές μόντελινγκ βρίσκεις, να είναι συνάμα απλή και φυσιολογική απέναντι σε όλους και όλα… Μια γλυκιά πανηγυρική φασαρία… Ένα καλωσήρθατε προσπάθησα να πω, αλλά πνίγηκε… Το λεωφορείο τους, τους πήγε στο «Μαριτίνα» κι εγώ τους ακολούθησα…
Ο Βαγγέλης, ο μαέστρος… Ένας παίδαρος. Πανέμορφος, ευγενής και αρχοντικός, με τεράστια αποθέματα αυτοπεποίθησης έναντι όλων. Μιλά στα παιδιά με μια γλώσσα που κάποτε χρησιμοποιούσα κι εγώ. Όμως πλέον, 12 χρόνια τώρα στη γενική εκπαίδευση, αυτή η γλώσσα, η οικεία, είναι απαγορευμένη. Απόφοιτος του τμήματος Μουσικών Σπουδών Αθήνας, διπλωματούχος πιάνου και … διπλωματούχος σύνθεσης… Πόσοι τέτοιοι εκπαιδευτικοί υπάρχουν στα δημόσια σχολεία μας; Κάθε κουβέντα του και τρίποντο ευστοχίας… Για τον λατρεμένο μου Μάνο Χατζιδάκι, για το δήθεν έντεχνο τραγούδι και τις απάτες του, για τη μουσική της φασολάδας (των αποκλειστικών συγχορδιών φα, σολ-, λα-), για τη δήθεν και την πραγματική παραδοσιακή μουσική, τη δήθεν και την πραγματική λαϊκή… Μουσικά παραδείγματα με μετατροπίες συνέχεια στην κουβέντα μας… Ξεκινήσαμε από την ευφυΐα και την ευαισθησία του Χατζιδάκι στο «Γλάρο» (Η Αλίκη στο ναυτικό)… Πώς από ένα τραγουδάκι, με μια εκπληκτική μετατροπία, ο άνθρωπος μας απέδειξε το μεγαλείο του συνθέτη ακόμη και στο φτιάξιμο σουξέ τραγουδιού και κατόπιν πήγαμε σε όλες τις μορφές πολιτικής και πολιτισμού. Ο Βαγγέλης είναι άνθρωπος όπου η μουσική του γνώση τον κάνει πιο σοφό, πιο εύστοχο, πιο καίριο, πιο ωραίον άνθρωπο… Και συνάμα το πρωτόγνωρο… Στους ανθρώπους της μουσικής, η έννοια του ψώνιου περισσεύει, φανερώνοντας τη δίψα για διάκριση και συνάμα την αρχοντοχωριατίλα του επαιρόμενου μουσικού. Τούτος εδώ, ο Βαγγέλης, απ’ ό,τι φαίνεται δεν έχει να αποδείξει τίποτε. Μιλά για τη μουσική με την εμπειρία και την ευστοχία που θα μιλούσε ένας μεγάλος κλασσικός μουσικός της Γερμανίας. Τύχη αγαθή για το σχολείο και τα μαθητούδια του.

Δίπλα στο Βαγγέλη, ο λυράρης ο Ηλίας, ο τσελίστας Αμαρίλντο, η βιολονίστα η Καμέλια και ο Γιώργος ο φιλόλογος, όλοι τους καθηγητές αυτού του σχολείου, όλοι τους με παραστάσεις και ιδέες απ΄ αυτές που εμείς στερούμαστε στη γενική εκπαίδευση.

Το βραδάκι, στην είσοδο του ξενοδοχείου, ο Ηλίας, ο καθηγητής λύρας, μαζί με τον Σπύρο το λαουτιέρη ξεκίνησαν κρητικό γλεντάκι… Η ώρα ήταν περασμένα μεσάνυχτα και ουδείς ενοχλήθηκε. Οι διαβάτες, τουρίστες ή Κώοι, στέκονταν κι έβλεπαν το, εκ των ων ουκ άνευ, πανηγύρι μιας σχολικής ομάδας, φτιαγμένης για κάθε είδους πανηγύρι… Είτε του σαλονιού, είτε του λιμανιού.
Η μέρα της συναυλίας έφτασε. Τα παιδιά μου πρόθυμα και προβληματισμένα συνάμα, έφτασαν στον «Ορφέα» από νωρίς το μεσημέρι. Κάναμε μια φανταστική γενική πρόβα… Η 9η κατά σειρά πρόβα μας, ήταν επιτέλους καταπληκτική και –à mon avis- επαρκής για να σταθούμε απέναντι στην πληρότητα ενός συνόλου μουσικού σχολείου.
[Αλήθεια φίλε; Έτσι νομίζεις;…]
Οι Ρόδιοι φίλοι μας, μας ζήτησαν το χώρο στις 17.00. Η ακρίβειά τους μας κέντρισε την προσοχή…

-«Γιάννη θα σταθούμε εδώ ως τις 18.10», είπε ο Βαγγέλης. Και εδώ με ακρίβεια δευτερολέπτου.

Τα παιδιά μου, στρώθηκαν να δουν τη γενική τους… Ο Βαγγέλης σταματά κάθε τόσο την πρόβα και κάνει σε πολύ αυστηρό τόνο τις παρατηρήσεις του. Οι οργανοπαίκτες είτε δεν μιλούν, είτε ψελλίζουν «συγγνώμη».
Η πρόβα τους έχει σημεία αποθέωσης… Τελειώνουν λίγο μετά τις 18.00 και τα παιδιά μου τρομοκρατημένα με αναζητούν… -«Καλά κύριε, είναι δυνατόν να παίξουμε δίπλα σ’ αυτούς; Εμείς τι είμαστε δίπλα τους; Αυτοί είναι σαν επαγγελματίες», λέει ο Θωμάς, ο κιθαρίστας μου, ο πλέον ορεξάτος της δικής μου παρέας… Η αλήθεια είναι ότι την ανησυχία των παιδιών δεν την περίμενα σ’ αυτό το βαθμό και μεταδόθηκε και σ’ εμένα… «Λες να μη παίξουν καλά από φόβο;» σκέφθηκα. Τα ενθάρρυνα όσο μπορούσα…
Ο Ανδρέας Μήταλας, ο αδερφός και μόνιμος συνεργάτης σε κάθε πολιτιστικό πρόγραμμα, σε κάθε σχολείο αλλά και σε κάθε ανάληψη ευθύνης, ήρθε. Μου έκλεισε το μάτι. Κάτι καλό ετοίμασε. Ο Αλέξανδρος και ο Μανώλης οι ηχολήπτες κάνουν κάποιες τελευταίες παρεμβάσεις. Η ώρα είναι 19.40. Η πλατεία γέμισε… Πρωτόγνωρη επιτυχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης… Για τούτη την εκδήλωση, δεν υπήρξε ούτε μία αφίσα. Ούτε ένα έντυπο. Ένα ηλεκτρονικό έντυπο έφτιαξε μονάχα ο δήμος. Ο Ανδρέας κι εγώ φτιάξαμε την ηλεκτρονική πρόσκληση και την αποστείλαμε σε 1000 και πλέον παραλήπτες προσωπικά μέσω facebook. Συνάμα μέσω facebook κάναμε αλλεπάλληλες δημοσιεύσεις καθημερινά. Και ο Ορφέας των 240 θέσεων γέμισε.

19.45… Είμαι μέσα στο άγχος. Οι Ρόδιοι ανεβαίνουν με χαρακτηριστική πειθαρχία. 

Η Γεωργία μου, το παντοτεινό αστέρι μου που πάντα με ακολουθεί, ξεκινά την παρουσίαση. Τα ‘χω χαμένα. Χύνομαι σε μια πολυθρόνα της πρώτης σειράς… Ο Ανδρέας γεμίζει την οθόνη με εικόνες… 

“Gabriel’s Oboe” – Ennio Morricone… Μια ταινία που πρωτό’δα στα 19 μου και την ερωτεύτηκα, ως θεατής, ως μουσικός και ως χριστιανός… Παίζουν εκπληκτικά. Η συγκίνησή μου τεράστια. Τι κι αν λείπει το όμποε από την ομάδα τους… Οι φλαουτίστριές τους δεν μας στερούν ούτε γραμμάριο συγκίνησης… Θαρρώ Ευφροσύνη λένε τη μία… Ευφροσύνη, όνομα και πράγμα... Και Νεφέλη Μαρία την άλλη... Μπράβο σας κορίτσια... Αίσθηση από νεφέλες ουρανού...
Ξαφνικά… “Jesus Christ Superstar”… Andrew Lloyd Weber… Περιμένεις κάπου, τη φωνή «κάποιου» Ian Gillan… 8 ολόδροσες δυνατές φωνές τα σπάνε κυριολεκτικά… Χορωδία οκτώ φωνών; Και χωρίς ενίσχυση; Ω, ναι… Αν ξέρεις να κάνεις τοποθέτηση φωνής… Αν ξέρεις να είσαι δυνατός χωρίς να ουρλιάζεις… Τέχνη και τεχνική… Κατερίνα, Ζωή, Θεοδώρα, Κλειώ, Μαρία, Μαρία Νεφέλη, Νίκη, Τσαμπίκα… Μας άνοιξαν την καρδιά…
“What a wonderful world”… Πιανίστας και πνευστοί, οι δυο κρουστοί συνάμα, παίζουν με αίσθηση και ακρίβεια… Αποστόλης (χρόνια σου πολλά ρε λεβέντη, ξημερώνει η γιορτή σου), Θεμιστοκλής, Νικόλας, Νεφέλη, Άρης, Γιάννης, Σταύρος.
“Chi Mai”… Η μουσική που άκουγα συχνά από τα κασσετάδικα της Νομικής του ΑΠΘ, όταν κάθε Τρίτη στις 9.00 π.μ. παρακολουθούσα «Εισαγωγή στη Γαλλική Λογοτεχνία», στα 18 μου, στη νέα Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης. Η Καμέλια, με τις μαθήτριες και τον μαθητή της διαπρέπουν… Κατερίνα, Σίλβυα, Τσαμπίκα, Φρόσω, Ίλια, Ανδρέας. Τα τσέλο του δασκάλου Αμαρίλντο και του μαθητή του, του Ορφέα, γεμίζουν με ηχοχρώματα άγνωστα, την αίθουσα.
Το ακκορντεόν της Νεφέλης, όοοολα τα λεφτά στο εκπληκτικό “Libertango” του Astor Piazzola.

Περνάμε στα ελληνικά κομμάτια… Όλοι μαζί, πετούνε… Μπαίνει ο Ηλίας ο λυράρης, ο Σπύρος ο λαουτιέρης, ο Σταύρος ο «κανονιέρης», ο βυζαντινός, με το κανονάκι του… «Η Καισαριανή»… Αποθέωση… Χασάπικο και ζεϊμπέκικο συνάμα από τον μέγα Σταύρο Ξαρχάκο, σε συμφωνική έκδοση... Μπράβο, ρε παιδιά… Μπράβο ρε παιδιάααααα…. Σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι στην υπόκλισή τους…

Ήρθε η ώρα μας… 
Οι Ροδίτες στάθηκαν πάλι πειθαρχημένοι στον εξώστη για να μας ακούσουν… 
Θεέ μου τι παιδιά! 
Πού υπάρχει πλέον τέτοια πειθαρχία; 
Ποιων γονιών παιδιά είναι τούτα να τους πω συγχαρητήρια;


Ξεκινούμε… 

Ο Μανώλης, ο κρουστός μας, ακριβέστατος και διόλου υπερβολικός. Ομοίως ο πληκτράς μας, ο Χριστόφορος… Να χαρώ εγώ… Κιθάρες, Μελίνα, Μαρία, Θωμάς, Παντελής, Μαρία, Ραφαήλ, Δάφνη όλες/οι ένα χέρι. Τα 3 βιολιά μου, αποθέωση… Ο Μανώλης και η Σταματία… Και βέβαια η γλυκιά μου Ειρηάνα, που όπου κι αν βρίσκομαι στην Κω, 5 χρόνια τώρα θα έρθει πάντοτε να παίξει. Να λοιπόν, που και μια ορχήστρα σχολικών εορτών, μπορεί να κάνει πολλά.



Η χορωδία μας, αδύναμη. Είπαμε… Δεν ήρθαν οι φωνές μας. Όμως τα φιλότιμα παιδιά μας, μπορούν κι αυτά. Έστω με ενίσχυση μικροφώνων… Απέχουμε σταδίους στη σύγκριση… Αλλά το ζητούμενο δεν είναι η σύγκριση όσο η συνύπαρξη. Και το μάθημα μουσικής από τη Ρόδο… Η μεταμορφωμένη Μιρέλα βαστά το σύνολο και την ακολουθούν με όλη τους την ψυχή η Μαρία, η Ιωάννα, η Τζοάνα, η Στεργία, η Ειρήνη, η Σέβη, η Ευαγγελία, η Σταματία,η Στεφανία, η Κατερινιώ, η Γεωργία, ο Μάνος, ο Μιχάλης, ο Άγγελος κι ο Κυριάκος… Το «Τι καλά το λέει τ’ αηδόνι» το είπαμε καταπληκτικά. Ομοίως το «Εγώ δεν είμαι ποιητής», το «Αγάπη σ’ αγαπάω», τον «Προσκυνητή»… Η Βάσω Καλύβα μου επιφύλαξε κι άλλη μια έκπληξη… Έφερε την Κατερίνα με το Γιώργο από το 1ο Γυμνάσιο να χορέψουν στο «Libertango» του Astor Piazzola, 











και στο «Αγάπη σ’ αγαπάω» του Χρυσόστομου Σταμούλη… Χόρεψαν σε μια σταλιά χώρο, μπροστά στις ορχήστρες… Για να μας δείξουν ότι χορός και μουσική είναι δυο γλώσσες, ες αεί αλληλένδετες.






Η συναυλία τέλειωσε… Προετοιμάστηκα να πω δυο λόγια… Τα έγραψα για να μην χαθώ… Ο Βαγγέλης πάλι μας ξεπέρασε… Τον κάλεσα επί σκηνής… Με ασπάστηκε, παραμέρισε το μικρόφωνο και μίλησε από καρδιάς, σ’ ένα μαγεμένο πλήθος όπου και καρφίτσα να ’πεφτε, θα ακουγόταν… Άρχοντας σε όλα του ο μπαγάσας. Άνθρωπος ερωτεύσιμος, φίλος, αδερφός, συνάδερφος. Είπε τα καλύτερα λόγια για τα βλαστάρια μου… Ναι! Μεγαλείο γνώσης, ψυχής και υπεροχής από μέρους του. Να μου αναγνωρίζει αυτό που κινηματογράφησε ο Λαρς Φον Τρίερ ως ένα διαφορετικό… «δαμάζοντας τα κύματα» και να το αναδεικνύει…


Ένα ευχαριστήριο δείπνο… Οι εκ Ρόδου συνάδελφοι, γλυκύτατοι και ευγενείς. Ο Βαγγέλης δεν σταματά να φωτογραφίζει την νυκτερινή παραλιακή ζώνη της Κω.
Παρασκευή 30 Ιουνίου, μεσημέρι… Λιμάνι… Περιμένουμε το ταχύπλοο να έρθει για αναχώρηση προς Ρόδο. Έφτασα για να πω ένα τελευταίο «γεια»… Ήρθαν και δυο δικά μου παιδιά. Η Μαρία και ο Χριστόφορος… Τα καλά των σχολικών γνωριμιών. Τα παιδιά της Ρόδου, όπως ακριβώς ήρθαν… Εν μέσω παραξενεμένων ταξιδιωτών, τραγουδούν εν χορώ, “Jesus Christ Superstar” ή «Μεσοπέλαγα αρμενίζω»… Θεέ μου… Πόσο βαθιά την είχα παραχώσει τούτη την εικόνα… Τελευταία φορά που την έζησα ήταν σ’ εκείνες τις εκπληκτικές μας συναυλίες στο Μουσικό Γυμνάσιο Δράμας, την άνοιξη του 2005… Κατόπιν, μόνιμος διορισμός στη γενική εκπαίδευση… Κι όλα αυτά, πέρασαν στα τρίσβαθα της μνήμης. Κι ήρθαν αυτά τα δροσερά πανέμορφα παιδιά να μου τα ξαναβγάλουν στη φόρα… «Κύριε Τοπαλίδη, ποια σχολή ασπάζεστε στην Ελληνική Παραδοσιακή Μουσική;»… Η ερώτηση του Σταύρου με το κανονάκι… Τι να του πω του παιδιού; Που όλη η βυζαντινή, η παραδοσιακή κι η λαϊκή μας μουσική είναι γιομάτη καλαμπόρτζηδες, ανίδεους, ιδεοληπτικούς και βλάκες, που σε κάνουν να ντρέπεσαι να δηλώνεις γνώστης; «Εγώ θεωρώ τη σχολή του Σίμωνα Καρρά, ως την αξιολογότερη, κύριε Τοπαλίδη»… Μπράβο ρε Σταύρε… Εμ… τέτοια εκπληκτική γνωριμία, θα τελείωνε μόνο μ’ ένα θρίαμβο της γνώσης και της έρευνας… «Μπράβο Σταύρε μου…».
-«Παιδιά σας ευχαριστούμε πολύ όλοι μας εδώ στην Κω, για όσα όμορφα κάνατε για εμάς»… πρόλαβα και τους φώναξα λίγο πριν την επιβίβαση… Ανταποκρίθηκαν όλα τους μ’ έναν καλό λόγο κι ένα δικό τους ευχαριστώ.
-«Φίλε σε περιμένω στη Ρόδο. Αυτό που κάναμε εδώ, θα ξαναγίνει»… Λόγια του Βαγγέλη, λίγο πριν ανεβεί στο καράβι. Τελευταίοι ασπασμοί… Τα παιδιά τρέχουν να ανεβούν στο άνω πρυμναίο κατάστρωμα να μας χαιρετήσουν από εκεί…
Θα το ξανακάνουμε τούτο το πανηγύρι παιδιά… Καλή αντάμωση!

Υ.Γ. Φτάνοντας σπίτι, πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω το πόσο άδειασε η καθημερινότητά μου με το τέλος αυτής της εκδήλωσης, ανοίγω τον υπολογιστή και η αδερφική μου φίλη, η Βάσω, έκανε μιαν ανάρτηση στο f/b με «ταγκαρισμένο» το όνομά μου… Περιείχε δυο βίντεο με τα μουσικά κομμάτια που χόρεψαν η Κατερίνα και ο Γιώργος και ένα τρυφερό σχόλιο! Με συγκίνησε άλλη μια φορά… Παραθέτω μόνο το σχόλιο, για να θυμόμαστε τούτο το εγχείρημα… για επιτυχημένη πορεία στη διδασκαλία και τη μάθηση μέσα στα σχολεία μας, μουσικής ή γενικής παιδείας:
«Όταν η δύναμη της μουσικής ενώνει σχολεία, φίλους, παιδιά....
Όταν η μουσική και το τραγούδι ενώνονται και γίνονται χορός....Τότε νιώθεις ευτυχισμένος!
Αυτή την ευτυχία νιώσαμε χθες το βράδυ ακούγοντας μαθητές της Εστουδιαντίνας της Κω μαζί με μαθητές του Μουσικού Σχολείου της Ρόδου, σε μια απόλυτα ποιοτική μουσική συνάντηση!!!!
Μπράβο στα παιδιά, μπράβο στους μαέστρους!!!!
Μα περισσότερα μπράβο αξίζουν στην ψυχή της εκδήλωσης, τον φίλο μου τον Γιάννη Τοπαλίδη που κάνει αυτά που φαντάζουν αδύνατα, δυνατά!!!!
Που βάζει την σφραγίδα της ποιότητας σε κάθε του δουλειά, η οποία αγγίζει την τελειότητα!!!
Που με την αγάπη του για αυτό που κάνει κατορθώνει να μας κάνει κι εμάς κοινωνούς!!!».